Από τα πολλά τα παρακάλια μας
ο Θεός μας κοίταξε και δάκρυσε
ο Θεός μας κοίταξε και δάκρυσε
ήταν βλέπεις που και η θάλασσα εξατμιζόταν
από το πολύ θερμό του καιρού καύμα
από το πολύ θερμό του καιρού καύμα
τα ψάρια ζήτησαν στον ουρανό καταφύγιο
η γατούλα ταράχτηκε και θα έμενε αποσβολωμένη περίπου
έναν αιώνα
και έτσι ο θεός επιστράτευσε.... τον βοριά ...
Θα το θυμόμαστε το έλεος
οι κουβέρτες μας ζέσταναν, οι κερασιές μοσχοβόλησαν
λες και περίμεναν μια ψυχρή ανάσα για να μας μυρώσουν..!
Μερικοί θα κολυμπάμε και θα συνομιλούμε με τα στοιχειά της θάλασσας και του
ατελεύτητου....
Το αιώνιο νηφάλιο θα μας κοιτά και μεις θα μονολογούμε με τις φλέβες πεταγμένες στο λαιμό,
σαν καλώδια από παλιό σάπιο
καράβι
"Θα τ αλλάξω"
"Μόνος μου θα τ αλλάξω"
"κι ας με πουν σαλό" "θα τ αλλάξω"
τρύπησε η ζέστη την θέα
αμόλυσε κίτρινο φαρμάκι...
τόσοι νεκροί,τόσοι στον "τοίχο" για την επόμενη "εκτέλεση"
στον σκληρό της ανεργίας τοίχο
και η φωνή να βγαίνει πνιγμένη
κάηκε σ αποκαΊδια αυτό το καλοκαίρι.
χάλασε αυτό το καλοκαίρι.....
ότι και να κάνεις είναι σα να σου λείπει πότε το χέρι,πότε το πόδι,
όπου και να πας ο ερειπιώνας κατοικεί στο στήθος σου..
Εξόριστος και κατάδικος ο Άνεργος
Και μήτε φωτοστέφανο ουδέ κερί για το μαρτύριο
Πηγή: ΑΣτάικου
Ανάρτηση: ΑΣτάικου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου