Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο



Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος

Αμνησία όχι, αμνησικακία ναι

Το 1922, ο διωγμός των Ελλήνων από τις μικρασιατικές πανάρχαιες εστίες των υπήρξε τραγικά οδυνηρός, με την εξόντωση χιλιάδων από αυτούς, με την απαγωγή σε ομηρία εξουθενωτική των ανδρών από 16 ετών και άνω, με την ολική απέλαση γυναικών, παιδιών και γερόντων, ύστερα και από τον εμπρησμό του συνόλου των ελληνικών συνοικιών της Σμύρνης. Και βρέθηκε απότομα πλήθος Ελλήνων Μικρασιατών στη φιλόξενη ευρωπαϊκή Ελλάδα, με χαμένη την ευμάρεια τη χορηγική ευτυχίας, σε κατάσταση φτώχειας σύνδρομη της προσφυγιάς.

..........................................


Μια συγκινητική μαρτυρία για τη Σμύρνη

«Κρατούσα έντονα στη μνήμη, κρίσιμα για την παιδική αξιολογία μου, όσα μας δίδασκαν στο μάθημα της γεωγραφίας, στο Κιουπεντζόγλειο Δημοτικό Σχολείο: “Σμύρνη, η ομορφότερη πόλη της Μεσογείου, νομός Αϊδινίου, με πρωτεύουσα τη Σμύρνη, ο ευφορότερος στον κόσμο, τα κεράσια του Νυμφαίου τα καλύτερα στον κόσμο, τα σύκα του Μπαλατζίκ, της περιοχής Αϊδινίου, τα καλύτερα στον κόσμο”. Και αναπολούσα με ανάμικτα συναισθήματα, και σαν άρνηση κάπως και υπερνίκηση της προσφυγικής δυσπραγίας, τον θρυλικό πλούτο και την πολυτελέστατη ζωή των περισσότερων Σμυρναίων έως την Καταστροφή. (...)

»Έως σήμερα διατηρώ ζωντανά στη μνήμη τη δοκιμασία της οικογένειάς μου στην Καταστροφή της Σμύρνης τον Αύγουστο 1922, όπως έζησα τα γεγονότα με την παιδική ευαισθησία μου. (...) Ενωρίς απόγευμα της ίδιας Τετάρτης, ημέρα πέμπτη από την είσοδο στη Σμύρνη των Τούρκων στρατιωτών, ακούομε και βλέπομε από τα παράθυρά μας άνδρες και γυναίκες με παιδιά, κατοίκους των νοτιότερων συνοικιών, να κινούνται σε κατάσταση τρόμου στην Προκυμαία για καταφυγή εκεί, με την ελπίδα ότι δεν θα τολμούσαν οι Τούρκοι βιαιοπραγίες υπό το βλέμμα των Ευρωπαίων και Αμερικανών. (...) Η κατοικία μας ήταν προς το κέντρο της Σμύρνης, στη rue Centrale 14, πλησίον του μεγαλοπρεπέστατου ναού της Αγίας Αικατερίνης. (...) Ύστερα από την άφιξή μας στη συγγενική μας κατοικία [σ.σ.: της εξαδέλφης της μητέρας του, Αντώνογλου] ξεθαρρέψαμε κάπως τα παιδιά εμείς και ανεβήκαμε στην υψηλή ταράτσα της». Ο πατέρας του βλέποντας τους καπνούς φωνάζει: «Καίνε την Αρμενιά», δηλαδή την αρμενική συνοικία της Σμύρνης.

Κατόπιν, συνεχίζει τη διήγησή του, «φτάσαμε στην Προκυμαία, όπου βρίσκονταν ήδη πολλοί και ολοένα πλήθαιναν, εξαθλιωμένοι απότομα, διάσημοι και άσημοι, ευτυχισμένοι έως πριν ολίγες ημέρες, Σμυρναίοι με τις οικογένειές τους, αλλά και μη Σμυρναίοι, Έλληνες της Μικρασιατικής ενδοχώρας. (...) Και όσο προχωρούσε η νύχτα, προχωρούσε και η φωτιά, κατά μήκος της Προκυμαίας ήδη, αλλά και άρχισαν να ακούονται κραυγές και οιμωγές, από βιαιοπραγίες Τούρκων στο σκοτάδι. (...) Το πρωί της επόμενης ημέρας φαινόταν η φωτιά να έχει ολοκληρώσει το έργο της. Η αρμενική συνοικία και όλες οι ελληνικές συνοικίες, δηλαδή το κύριο σώμα της Σμύρνης, είχαν γίνει στάχτες. Ο εμπρησμός είχε με ακρίβεια σχεδιασθεί από την Τουρκική Διοίκηση και είχε με συνέπεια εκτελεστεί»...

Η οικογένειά του μετέβη στο Νεκροταφείο της Σμύρνης, όπου «ζήσαμε τέσσερα μερόνυχτα εκεί ανενόχλητοι από τους Τούρκους». Εν συνεχεία, μέσω Προκυμαίας, κατευθύνθηκε στο Καρατάσι, δυτικό προάστιο της Σμύρνης, στο οποίο κατοικούσαν ξαδέλφια της μητέρας του. Τελικά επέστρεψε στην Προκυμαία. Με πλοιάριο μεταφέρθηκε στο Κορδελιό, στην οικία του αδελφού του πατέρα του, Δημήτρη. Μετά από δυο τρεις μέρες μια μαούνα τούς μετέφερε και πάλι στην Προκυμαία. Το απόγευμα της επομένης μαθεύτηκε ότι ελληνικά εμπορικά πλοία μπορούσαν να διασώσουν γυναικόπαιδα των εξαθλιωμένων προσφύγων.

«Αποφάσισε ο πατέρας μου να προσπελάσομε τα πλοία, για να δοκιμάσομε τη διαφυγή. (...) Πλησιάσαμε στην πρώτη ζώνη ελέγχου, δωροδόκησε ο πατέρας μου Τούρκους ελεγκτές και μας αφήκαν να περάσουμε όλοι. Το ίδιο έγινε και στη δεύτερη ζώνη. Στην τρίτη όμως ζώνη ελέγχου δεν επέτρεψαν να περάσει και ο πατέρας μου. Δωροδόκησε και πάλι ο πατέρας μου και μας αφήκαν να γυρίσομε πίσω. (...) Έλεγαν οι γονείς μου προς τους φρουρούς των δύο πρώτων ζωνών ελέγχου, ως εξήγηση της επιστροφής μας: “Χάσαμε ένα παιδί και γυρίζομε να το βρούμε”». Τελικά ο πατέρας του κρατήθηκε όμηρος. «Η μητέρα και τα παιδιά επιβιβαστήκαμε στο εγγύτερο πλοίο, με δάκρυα για την κράτηση του πατέρα. Ήταν εκεί σωρός ήδη παιδιά και γυναίκες, αλλά και θρήνος και οδυρμός για τους κρατημένους άνδρες»...

Όπως σημειώνει, «ο πατέρας μου τις πρώτες ημέρες της ομηρίας υπέφερε τα πάνδεινα, καθώς και οι άλλοι συγκρατούμενοί του. (...) Κάθε πρωί εντασσόταν πρόθυμα στις ομάδες της χειρότερης αγγαρείας στα ερείπια της Σμύρνης, για να αποφύγει τη συμπερίληψή του σε ομάδες ομήρων, αποστελλόμενων με πορεία εξουθενωτική στα βάθη της μικρασιατικής ενδοχώρας». Τελικά, κατόρθωσε να διαφύγει της προσοχής των Τούρκων φρουρών και μετέβη στο σπίτι μιας Ιταλίδας οικογενειακής φίλης, στην απυρπόλητη ανατολική πλευρά της Σμύρνης. Εκείνη τον βοήθησε ώστε να μεταμφιεστεί και «ως υπέργηρος στην εμφάνιση επέτυχε να περάσει από τον έλεγχο των Τούρκων στρατιωτών και να επιβιβαστεί σε πλοίο ελληνικό δίχως σημαία, έτοιμο προς αναχώρηση» για τη Χίο. Εκεί τον φρόντισε ο αδελφός του, Γιώργος, και στα Βρισά της Λέσβου, λίγες μέρες μετά, «η οικογένειά μας επανενώθηκε, για να ζήσει εφεξής τη δοκιμασία της προσφυγιάς»...

Τον Νοέμβριο του 1922 έφτασε στον Πειραιά και εντέλει εγκαταστάθηκε στον προσφυγικό συνοικισμό Βύρωνα. Σε συνέντευξή του στον γράφοντα επισήμανε ότι οι Τούρκοι έστειλαν εδώ μόνο τα γυναικόπαιδα, ενώ οι άνδρες αιχμαλωτίστηκαν, για να ασκηθεί πίεση στην Ελλάδα, δημιουργώντας της τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. Επρόκειτο περί μη ενεργού οικονομικά πληθυσμού. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν επιθυμούσε τη συγκέντρωση των προσφύγων στην Αθήνα, όπως έγινε κατόπιν στις περιπτώσεις των Κωνσταντινουπολιτών και των Αιγυπτιωτών τη δεκαετία του 1960. Επεδίωκε την αγροτική αποκατάσταση και ενίσχυση της Βορείου Ελλάδος. Τον Οκτώβριο του 2015 δήλωσε στον Παναγιώτη Λιάκο, δημοσιογράφο, ότι δεν επισκέφθηκε τη Σμύρνη μετά το 1922 γιατί δεν άντεχε στη σκέψη ότι τα σπίτια των Ελλήνων «ιδιοποιήθηκαν οι Τούρκοι ή στη θέση τους έχτισαν τα δικά τους».

ΠΗΓΗ: Επίκαιρα , του Δρ. Ιωάννη Χρ. Ιακωβίδη

Επιστημονικού συνεργάτη στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου





Πηγή: ΑΣτάικου Ανάρτηση: ΑΣτάικου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

~~ΑΛΦΑ --ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ

~ Μια μιζέρια διαλύει τα πάντα  Κατατονία και χαύνα  Οπου νά ναι θα εξοριστούν οι πνευματικοί δρόμοι  θα κλωτσησουμε και την αρετή γιατί έτσ...