ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ
Αμάξι στη βροχή
Ώρα, προσμένει μοναχή
η άμαξα, κάτω απ’ τη βροχή,
και δεν τη μέλει·
κι είναι σα να την τυραννά
πιότερο η ξένη γειτονιά
που δεν τη θέλει.
Τ’ αλογατάκια της, σιμά,
κάτω απ’ τον ίδιο μουσαμά
κάνουν καρτέρι·
στον τόπο αυτόν, το θλιβερό,
πράμα δε μένει από καιρό,
να το ‘χουν ταίρι.
Γρίλιες δεν είναι, μήτε αυλές
περικοκλάδες βαθουλές·
δεν έμειν’ ένα
απ’ τα φανάρια στη σειρά
με τα δυο μπρούτζινα φτερά,
τα σταυρωμένα.
Τ’ ανώφλια επέσαν κι οι αγκωνές
κι οι ανεμοπέραστες, στενές,
οι γαλαρίες·
κι έφυγαν έντρομες, πολλές,
κι οι θύμησες, σαν τις καλές,
σεμνές κυρίες.
Άδεια βιτόρια και φτωχή,
πάρε μου εμένα την ψυχή,
πάρε με εμένα
για ταξιδιώτη σου: κι ευθύς
πάμε, όθε κίνησες να ‘ρθείς:
στα Περασμένα.
Ώρα, προσμένει μοναχή
η άμαξα, κάτω απ’ τη βροχή,
και δεν τη μέλει·
κι είναι σα να την τυραννά
πιότερο η ξένη γειτονιά
που δεν τη θέλει.
----------------------------------------
αγκωνή: αγκωνάρι, γωνία.
γαλαρία: (λέξη ιταλική) α) μακριά στοά σπιτιού, κυρίως μεγάρου β) στεγασμένος εξώστης που είχε συνήθως ολόγυρα τζάμια και χρησίμευε ως διάδρομος.
βιτόρια: τύπος ιππήλατης άμαξας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου