Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

Ιστορικές σημειώσεις για την γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού---1----








Ιστορικές σημειώσεις για την γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού---1----
...........................................................................................
Το υπερήφανο πνεύμα των Ποντίων και η ορεινή διαμόρφωση του εδάφους συνετέλεσαν στην πραγματοποίηση ενός ηρωικού έπους το οποίο διήρκεσε από το 1914 μέχρι το 1923. Στην δεκαετή αυτή περίοδο 25.000 περίπου Πόντιοι αντάρτες σκαρφάλωσαν στις απόρθητες κορυφές των βουνοκορφών του Πόντου για να επιβιώσουν από το πρόγραμμα της γενοκτονίας πού είχαν σχεδιάσει αρχικά οι νεότουρκοι Τζεμάλ, Εβρέν και Ταλαάτ και στη συνέχεια ο Κεμάλ Ατατούρκ με τον Ισμετ Ινονού.
Ο Δημοσθένης Κελεκίδης καταγόταν από την Αμισό (Σαμψούντα) και από τα δεκαεπτά του χρόνια έζησε τις θηριωδίες των Τούρκων στον Πόντο. Ανέβηκε στα βουνά, πολέμησε, υπέφερε, έσωσε γυναικόπαιδα από βέβαιο θάνατο και κατάφερε να επιζήσει. Κατέγραψε τις προσωπικές του μαρτυρίες στο βιβλίο του «Τό Αντάρτικο του Πόντου«, όπου περιγράφει την υπέροχη ζωή πού έζησε στα παιδικά του χρόνια στα εύφορα εδάφη του Πόντου και τό παράπονο του για την μετέπειτα εξόντωση όλων των συγγενών του και φίλων καθώς και τήν ολοσχερή καταστροφή των σπιτιών και των χωραφιών τους.
«Τα Eλληνικά χωριά συνήθως ήταν ξεχωριστά από τα Tούρκικα. Σε όλη την περιφέρεια Πάφρα, Αλάτσα και Αμισό αριθμούσαν γύρω στα 1000 – 1200 χωριά. Ήταν χωριά πλούσια με πολλά στρέμματα γής, με μεγάλη κτηνοτροφία, με χιλιάδες καρποφόρα δέντρα. Ο πληθυσμός ήταν γύρω στις 400 – 500 χιλιάδες, από αυτούς ζήτημα αν έχουν διασωθεί 90 – 100 χιλιάδες. Όλα αυτά είχαν γίνει σταχτή, τα κάψαν οι Τούρκοι. Εμείς πού είχαμε μείνει ήμασταν γύρω στα 10.000 τουφέκια και είχαμε αποφασίσει πια να πεθάνουμε πολεμώντας. Κατορθώσαμε και επιβιώσαμε το 10% από όσους τραβηχτήκαμε στα βουνά………..οι άλλοι χάθηκαν…
Ένας Τούρκος στρατιώτης έριχνε χίλιες σφαίρες και δεν μπορούσε να σκοτώσει ούτε ένα αντάρτη, αντίθετα ο αντάρτης άμα έριχνε μια σφαίρα έπρεπε να σκοτώσει έναν Τούρκο, γι’ αυτό πάντα οι Τούρκοι ήταν σε μειονεκτική θέση. Επί πέντε έξι μέρες κάναμε ελιγμούς, μια ήμασταν μπροστά τους, μια στα πλευρά τους και μια από πίσω τους. Κι έτσι μέσα στα δάση τούς εξαντλούσαμε. Εμείς ήμασταν εμπειροπόλεμοι, μαθημένοι στις κακουχίες, γνωρίζαμε τα εδάφη, όλα τα μονοπάτια τα γνωρίζαμε και κάναμε ελιγμούς αστραπιαία…
Ο τουρκικός στρατός έκαιγε χωριά και για να ικανοποιούνται μάζευαν γυναικόπαιδα και άντρες, τούς βάζανε μέσα στις εκκλησιές και στα σχολεία και τούς έκαιγαν ζωντανούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Τούρκοι κατόρθωσαν να μην αφήσουν λίθον επί λίθου. Τριακόσια πενήντα με τετρακόσια χωριά πού κάποτε άνθιζαν, πού οι κάτοικοί τους ευημερούσαν και είχαν την αγάπην προς τον Θεόν, προς τη δουλειά και προς τον πλησίον, έφταναν να είναι ακόλαστοι, γιατί δεν είχαν πού την κεφαλήν κλείναι.
Όσοι κατόρθωναν, από γυναίκες και παιδία και είχαν την δύναμη και το σθένος να συμμερισθούν τον αγώνα των αντρών τους, πήγαιναν μαζί τους. Και έτσι αρχίνησε ο κάθε καπετάνιος να σκέπτεται όχι μόνο τα παλληκάρια του, αλλά και τα παιδιά και τις γυναίκες. Αυτός πλέον ήταν ο νοικοκύρης για τα τριακόσια άτομα πού ήταν στα χέρια του.»
Η μεγάλη τραγωδία ήταν ότι οι αντάρτες έπρεπε να υπερασπίζονται γέρους και γυναικόπαιδα πού τούς ακολουθούσαν κατά πόδας. Η έλλειψη τροφής, το κρύο, οι αρρώστιες και η κούραση γίνονται δυσβάστακτα όταν πρέπει να φροντίσεις ανυπεράσπιστους ανθρώπους.
«Μέσα στην πολιτεία η φυλή μας περνούσε την πιο δεινή εποχή. Στέλνανε τούς Ρωμιούς στα μπουντρούμια, στις φυλακές. Αυτοί οι αγαθοί άνθρωποι του χωριού και του βουνού, χωρίς να φταίνε σε τίποτα, ζούσαν πίσω από της φυλακής τα σίδερα. Και το χειρότερο: είχαν στήσει κρεμάλες στο μεϊντάνι πού ήταν το ρολόι της πλατείας της Αμισού, γύρω γύρω, και κάθε βράδυ κρεμνούσαν πενήντα! Τα ξύλα ήταν καρφωμένα και τα μετρούσα, ήμουνα παιδί 14 χρονών. Ήταν πενήντα κρεμάλες. Κρεμούσαν και γυναίκες αλλά πιο πολύ άντρες, ανθρώπους αγαθούς, δίκαιους, με την παραμικρή αφορμή…
Μετρούσα και αναπολούσα στη φαντασία μου όλο αυτό το δράμα. Έλεγα να κλέψω μαζί με τούς φίλους της ηλικίας μου ή να πάω στη Ρωσία. Από την άλλη μεριά έλεγα: Πού είναι η Ελλάδα; Γιατί στο σχολείο όλο ακούμε εξυμνήσεις; Πού είναι οι ήρωες, δεν τα ξέρουν αυτά; Νόμιζα, ότι ήταν αθάνατοι από όσα μάς μάθαιναν οι γιαγιάδες μας. Πελοπίδας… Μολών Λαβέ… Από την άλλη μεριά έλεγα: αυτοί οι Πρόξενοι, πού αντιπροσωπεύουν τα χριστιανικά κράτη, δεν βλέπουν αυτή την κατάσταση;
Ενώ γινόταν αυτά, ο μάστοράς μου, με πήρε και πήγαμε σ’ ένα εργοστάσιο, πού εργάζονταν 3 – 4 Αρμένιοι και 3 Έλληνες. Το εργοστάσιο όμως ήταν ελληνικό και οι Αρμένιοι απουσίαζαν. Τότε μάθαμε ότι έγινε η σφαγή των Αρμενίων! Τούς σκότωσαν με μαχαίρια, με τουφέκια, έγινε η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Τούς πήγαιναν με τις βάρκες βαθειά στη θάλασσα, τούς έβαζαν πέτρες στο λαιμό και τούς έπνιγαν. Τούς έσφαζαν στο βουνό και τούς λεηλατούσαν τα σπίτια. Πολλούς από αυτούς με τη μεσολάβηση του Δεσπότη και με τη βοήθεια Ελλήνων της Αμισού, κατόρθωσαν να τούς γλυτώσουν.»
Οι Πόντιοι ζούσαν με την ελπίδα ότι όλα θα γίνονταν όπως πριν. Μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου ήλπιζαν στην προστασία των χριστιανικών κρατών κυρίως της Αγγλίας και της Αμερικής. Πολλές φορές έφθαναν κολυμπώντας στα αμερικάνικα πολεμικά.
Αργότερα η ελπίδα μετατέθηκε στη Ρωσία. Τα τσαρικά στρατεύματα κατέλαβαν τον ανατολικό Πόντο δίνοντας ανάσα ζωής στους Αρμενίους και στους Έλληνες, ενώ προμήθευαν με όπλα τούς αντάρτες. Πολλοί Πόντιοι ταξίδευαν στα μανιασμένα νερά της Μαύρης θάλασσας (KaraDeniz) γιά να προμηθευτούν όπλα για το αντάρτικο ή ακόμα για να παραμείνουν στη Ρωσία. Την περίοδο της ρωσικής κατοχής του Ανατολικού Πόντου αγγίξαμε το όνειρο της ανεξαρτησίας του Πόντου. Ο Βαλής της Τραπεζούντας, παρέδωσε την εξουσία, όχι στους Ρώσους, αλλά στον μητροπολίτη Χρύσανθο λέγοντας του ότι «Από Έλληνες παραλάβαμε την Τραπεζούντα, και σε Έλληνες την παραδίδουμε«.
Αλλά εκείνη η επανάσταση των μπολσεβίκων σήμανε την καταδίκη της ανεξαρτησίας του Πόντου. Ο Λένιν παίρνοντας την εξουσία απέσυρε τα Ρωσικά στρατεύματα από τον ανατολικό Πόντο, στράφηκε κατά των Ελλήνων και υποστήριξε με όλα τα μέσα τον Κεμάλ. Οι κομμουνιστές παρέδιδαν πλέον όσους Ποντίους ζητούσαν βοήθεια στους Τούρκους και οι Πόντιοι έχασαν κάθε υλική βοήθεια πού τούς παρείχε παλαιότερα το τσαρικό καθεστώς. Νέα απόγνωση!
«Από την απέναντι πλευρά του δρόμου έρχονταν πλήθος ανθρώπων. Κακοντυμένοι με κίτρινα κουρέλια. Ήταν ρακένδυτοι, εξαντλημένοι και έμοιαζαν με πτώματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά περπατούσαν ξυπόλητοι. Το πλήθος μόλις είδε ότι το στρατιωτικό μας απόσπασμα δεν ήταν τουρκικό, άρχισε να κλαίει πιο δυνατά και να εκλιπαρεί για βοήθεια. Η σιωπή της σοβιετικής αποστολής θα καταχωρηθεί σίγουρα στο ιστορικό μητρώο ως ένοχη σιωπή.»
Από τις σημειώσεις του Σοβιετικού στρατηγού Φρούντζε.



Πηγή: ΑΣτάικου Ανάρτηση: ΑΣτάικου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

~~~ΑΛΦΑ--ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ

...............πάλι νύχτωσε  αναζητώ τόπους όπου η νύχτα είναι φιλική με τους ανθρώπους και όχι κυνηγός αλλά αυτή επιμένει να συμμαχεί με τι...