ΡΑΛΛΗΣ ΚΟΨΙΔΗΣ (Κάστρο Λήμνου 1929 - Γλυφάδα 2010).
Ζωγράφιζε, απ’ όσο θυμάται τον εαυτό του, όπως λέει ο ίδιος…
«Ήμουν ακόμα μαθητής στο γυμνάσιο όταν έπεσε στα χέρια μου η Βασάντα, ένα απ’ τα πρώτα του βιβλία (του Κόντογλου) […]. Ακόμα θυμάμαι πόσο διαφορετικό μου φάνηκε απ’ ό,τι διάβασα ως τότε. Αργότερα, στο στρατό, τα βιβλία του μου κρατήσανε συντροφιά […] Οι ζωγραφιές που ήταν στολισμένα, φτιαγμένες από το χέρι του συγγραφέα, δε μ’ άφηναν να κοιμηθώ. Ήταν ένα αδιάκοπο ερωτηματικό. Σα να μου φώναζαν: “Δεν ήξερες ως τώρα την αλήθεια γι’ αυτό που λένε ‘ελληνική ζωγραφική’”». (Ράλλης Κοψίδης, «Ένας αντρειωμένος της τέχνης», στο: Οι Έλληνες Ζωγράφοι, Αθήνα 1975)
****************
Το 1949, στα 20 χρόνια του, πέρασε πρώτος στη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μπήκε εργαστήριο του Ανδρέα Γεωργιάδη. Γνώρισε τον Κόντογλου στα 1953 και έγινε μαθητής του, εγκαταλείποντας την ΑΣΚΤ την διδασκαλία της οποίας ήδη αμφισβητούσε. «Το χαρτί της Σχολής δεν το πήρα[…]. Στον τέταρτο χρόνο, μια μέρα μπήκε ο Γεωργιάδης ο δάσκαλός μου (που ήξερε πως πήγαινα και στον Κόντογλου) και μου λέει: Ράλλη πρέπει να διαλέξεις. Ή την Σχολή ή τον Κόντογλου. Και τα δυο δεν γίνονται. – Δίκαιο έχεις δάσκαλε του είπα. Φεύγω αμέσως. Μάζεψα την κασετίνα μου και έφυγα δια παντός απ’ την Σχολή». (Μικρό αυτοβιογραφικό, Γενάρης 85, αδημοσίευτο χειρόγραφο, αρχείο Ρ. Κοψίδη)
Μετά από προτροπή του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη, ο Κοψίδης διέκοψε τις σπουδές του σχολή στο 4ο έτος για να ξεκινήσει την μαθητεία του στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου.
***************
Στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος
«Το σπίτι μου. Αυτό δεν ήταν βέβαια σπίτι καθεαυτό. Ένα σκέτο δωμάτιο, που όλα του λείπαν στην ταράτσα του σπιτιού της κυρά Αθηνάς. Το “κουβούκλιον”, όπως το ονόμασε ο μαστρο Φώτης ο Κόντογλου -ως Στρουθίον μονάζον επι δώματος, είσαι εκεί πάνω, μου έλεγε. Βλέπω τη λάμπα σου (του πετρελαίου), να καίει και λέω: Να, ο Ράλλης τώρα σχεδιάζει… Αυτό λοιπόν το “κουβούκλιον” ήταν απέναντι απ’ το σπίτι του μαστρο Φώτη, εκεί στην οδό Βιζυηνού, στα Πατήσια. Τότε, γύρω στο 53 ήταν εκεί μια αθόρυβη, μοσχομυρισμένη γειτονιά. Δυο τρείς πόρτες πιο πάνω του Δημητρίου Πικιώνη το ενδιαίτημα. Και πεύκα! Μεγάλα κι ’αληθινά». («Το συγύρισμα» του Ράλλη Κοψίδη, 1986)
Η μυθική κηπούπολη Κυπριάδη με τα πανέμορφα σπίτια του μεσοπολέμου συγκέντρωνε εργαστήρια γνωστών ζωγράφων της ομάδας «Τέχνη» και διανοουμένων της «γενιάς του ‘30». Εκεί γνώρισε τον Στρατή Δούκα, τον Δημήτρη Πικιώνη. Μέσα σε αυτό το εν βρασμώ καζάνι ιδεών και καλλιτεχνικής παραγωγής που ο Μόραλης αποκάλεσε «Σχολή Κυπριάδη» ζούσε ο Ράλλης. Εκεί γνώρισε και τον νεαρό Βασίλη Πλάτανο, δημοσιογράφο, λαογράφο, συγγραφέα και συνεργάτη του από την Μυτιλήνη. Ο ίδιος γράφει:
«Στο σπίτι του Κόντογλου γνώρισα τον μαθητή του Ράλλη Κοψίδη και γίναμε αδελφικοί φίλοι. Εκεί, κάπου στα 1955, μας μιλούσε για τη θρησκευτική τέχνη της Ορθοδοξίας και τη “χείρα” του τεχνίτη-καλλιτέχνη, που οδηγείται από τη θεία Χάρη. Είχε μια μυστικιστική τοποθέτηση και μαχότανε με φανατισμό τη δυτική τέχνη, που θεωρούσε κατώτερη σε αξία, τάξη ή ποιότητα» – Βασίλης Πλάτανος, «Ο Λημνιός μαθητής του Κόντογλου», (2012, εφημερίδα Εμπρός)
Και εγώ που δεν τα έζησα όλα αυτά τα γεγονότα από πρώτο χέρι, παρά μόνο τα γνωρίζω από μαρτυρίες, χαίρομαι να φαντάζομαι πως ο Ράλλης Κοψίδης συνάντησε τον Βασίλη Πλάτανο σε μια από αυτές τις γιορτινές συγκεντρώσεις στο σπίτι του Κόντογλου όπως αυτή που περιγράφει ο Αλέξης Μινωτής. «Καθώς πλησιάζαμε την πόρτα ακούσαμε μέσα τραγούδια και θόρυβο από γλεντοκόπι. Μας άνοιξαν και βρεθήκαμε, απρόσμενά μας, σε οικογενειακή διασκέδαση. Γιορτάζονταν τα γενέθλια της κόρης του [Φώτη Κόντογλου].Γεμάτο γύρω-γύρω στο στρωμένο, με χίλια φαγώσιμα, μεγάλο τραπέζι, γυναίκες και άντρες, Αϊβαλιώτες συγγενείς και συμπατριώτες του, μα και ξένοι σπουδαστές, ζωγράφοι και βυζαντινολόγοι, Σουηδοί, Γερμανοί, νέοι λογιών-λογιών. […] Μας κάνανε τόπο και καθίσαμε κι εμείς στο φαγοπότι, που συνοδευόταν με απολυτίκια και διάφορους άλλους εκκλησιαστικούς ψαλμούς που οι Αϊβαλιώτες τραγουδούσαν όλοι εν χορώ, όπως και άλλα τραγούδια θαλασσινά» – Αλέξης Μινωτής, «Φώτης Κόντογλου, ο πιστός της ουσίας», στο «Φώτης Κόντογλου-Αφιέρωμα», Η λέξη, τχ. 198, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008, σ. 538
************************
ΠΗΓΗ NOYPOU
Κι εγώ εκστασιάζομαι από το βλέμμα του Ράλλη στα παιδικά του
Και βλέπω το βλέμμα να τοξοβολεί μέσα στα νεφελώματα και να ανθοφορεί η αγαθή ψυχή
(μικρό αφιέρωμα στον υπέροχο Ράλλη Κοψίδη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου