Μήπως γίνουμε ραβδοσκόποι;;
Μιά ιδέα ρίχνω που προφανώς από ουδένα θα διαβαστεί
......................................
Ραβδοσκόποι
Μια πανάρχαια μέθοδος αναζήτησης υπόγειων νερών είναι η ραβδοσκοπία. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους λεγόμενους ραβδοσκόπους και είναι η εύρεση κοιτασμάτων νερού με τη βοήθεια μιας μικρής ράβδου.
Πριν από τη διάνοιξη κάποιου πηγαδιού, τον πρώτο λόγο είχε ο ραβδοσκόπος, τον οποίο συμβουλευόταν ο ενδιαφερόμενος για τον εντοπισμό του νερού. Ο ραβδοσκόπος κρατούσε μία διχαλωτή βέργα ή ένα σύρμα και προχωρώντας στο χωράφι μπορούσε να εντοπίσει νερό σε αρκετό βάθος, όταν η βέργα ή το σύρμα άρχιζε να πάλλεται.
Μας είπε ο κτηνοτρόφος Γιάννης Νούλης από τον Ίναχο Άργους:
«Τι να σου πω; Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Πολλοί δεν το παραδέχονται. Αλλά να πώς γίνεται. Βαστώ ένα σύρμα σαν αυτό που δένουνε τις μπάλες. Το χέρι μου κολλημένο στα λαγόνια, για να μην πει κανείς πως κοροϊδεύω. Και πορπατώ. Κι εκεί που πορπατώ, αρχίζει το σύρμα και κουνιέται. Κι εγώ πορπατώ. Και το σύρμα χοροπηδάει. Κι εγώ πορπατώ. Κι ύστερα το σύρμα δεν κουνιέται. Και γυρίζω πίσω. Πάλι τα ίδια, να χοροπηδάει το σύρμα. Κάνω κι άλλες βόλτες δώθε-κείθε, και λέω, να! εδώ έχει νερό, εδώ να βαρέσετε».
Πριν από χρόνια που δεν υπήρχαν γεωτρήσεις, τα πηγάδια και οι στέρνες είχανε βάθος συνήθως 10-15 μέτρα. Με τη διάνοιξη πολλών γεωτρήσεων και την ανόρυξη τεράστιων ποσοτήτων νερού σ’ όλη την αργολική πεδιάδα αλλά και λόγω των περιορισμένων βροχοπτώσεων και της ανομβρίας, ο υδροφόρος ορίζοντας εντοπίζεται σε αρκετά μεγάλο βάθος (100-200 μέτρα). Γι’ αυτό και οι ραβδοσκόποι θεωρούνται σήμερα εξόχως περιζήτητοι, μια και η διάνοιξη μιας γεώτρησης είναι δαπανηρότατη.
Η ραβδοσκοπία ή ραβδομαντεία, που έχουν ορισμένοι για τον εντοπισμό υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα ή για την ανίχνευση μετάλλων (π.χ. χρυσού), διακρίνει κάποιους με ανεπτυγμένες ραδιαισθαντικές ικανότητες. Η ραδιαισθησία είναι μία θεωρία, σύμφωνα με την οποία το αναζητούμενο αγαθό – είτε νερό είναι αυτό είτε πολύτιμο μέταλλο – εκπέμπει ακτινοβολία στο όργανο του ραβδοσκόπου, στην ξύλινη βέργα ή το σύρμα. Αυτή η θεωρία, όμως, μιας υποτιθέμενης ευαισθησίας του ραβδοσκόπου σε ορισμένες γνωστές ή άγνωστες ακτινοβολίες, έχει εγκαταλειφθεί.
Πρόσφατες έρευνες στον τομέα των βιοηλεκτρικών πεδίων ενισχύουν τη βιολογική εξήγηση του φαινομένου. Ίσως το μυστηριώδες φαινόμενο να οφείλεται στην εκπομπή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, τα οποία εκπέμπει ο ραβδοσκόπος εν αγνοία του, χωρίς να τα γνωρίζει και χωρίς να τα ελέγχει. Πάντως, παρά το γεγονός ότι η επιστήμη δεν απορρίπτει τις υπερφυσικές ή «μαγικές» ικανότητες των ραβδοσκόπων, η ίδια δεν έχει πει την τελευταία της λέξη.
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Μιά ιδέα ρίχνω που προφανώς από ουδένα θα διαβαστεί
......................................
Ραβδοσκόποι
Μια πανάρχαια μέθοδος αναζήτησης υπόγειων νερών είναι η ραβδοσκοπία. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε από τους λεγόμενους ραβδοσκόπους και είναι η εύρεση κοιτασμάτων νερού με τη βοήθεια μιας μικρής ράβδου.
Πριν από τη διάνοιξη κάποιου πηγαδιού, τον πρώτο λόγο είχε ο ραβδοσκόπος, τον οποίο συμβουλευόταν ο ενδιαφερόμενος για τον εντοπισμό του νερού. Ο ραβδοσκόπος κρατούσε μία διχαλωτή βέργα ή ένα σύρμα και προχωρώντας στο χωράφι μπορούσε να εντοπίσει νερό σε αρκετό βάθος, όταν η βέργα ή το σύρμα άρχιζε να πάλλεται.
Μας είπε ο κτηνοτρόφος Γιάννης Νούλης από τον Ίναχο Άργους:
«Τι να σου πω; Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Πολλοί δεν το παραδέχονται. Αλλά να πώς γίνεται. Βαστώ ένα σύρμα σαν αυτό που δένουνε τις μπάλες. Το χέρι μου κολλημένο στα λαγόνια, για να μην πει κανείς πως κοροϊδεύω. Και πορπατώ. Κι εκεί που πορπατώ, αρχίζει το σύρμα και κουνιέται. Κι εγώ πορπατώ. Και το σύρμα χοροπηδάει. Κι εγώ πορπατώ. Κι ύστερα το σύρμα δεν κουνιέται. Και γυρίζω πίσω. Πάλι τα ίδια, να χοροπηδάει το σύρμα. Κάνω κι άλλες βόλτες δώθε-κείθε, και λέω, να! εδώ έχει νερό, εδώ να βαρέσετε».
Πριν από χρόνια που δεν υπήρχαν γεωτρήσεις, τα πηγάδια και οι στέρνες είχανε βάθος συνήθως 10-15 μέτρα. Με τη διάνοιξη πολλών γεωτρήσεων και την ανόρυξη τεράστιων ποσοτήτων νερού σ’ όλη την αργολική πεδιάδα αλλά και λόγω των περιορισμένων βροχοπτώσεων και της ανομβρίας, ο υδροφόρος ορίζοντας εντοπίζεται σε αρκετά μεγάλο βάθος (100-200 μέτρα). Γι’ αυτό και οι ραβδοσκόποι θεωρούνται σήμερα εξόχως περιζήτητοι, μια και η διάνοιξη μιας γεώτρησης είναι δαπανηρότατη.
Η ραβδοσκοπία ή ραβδομαντεία, που έχουν ορισμένοι για τον εντοπισμό υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα ή για την ανίχνευση μετάλλων (π.χ. χρυσού), διακρίνει κάποιους με ανεπτυγμένες ραδιαισθαντικές ικανότητες. Η ραδιαισθησία είναι μία θεωρία, σύμφωνα με την οποία το αναζητούμενο αγαθό – είτε νερό είναι αυτό είτε πολύτιμο μέταλλο – εκπέμπει ακτινοβολία στο όργανο του ραβδοσκόπου, στην ξύλινη βέργα ή το σύρμα. Αυτή η θεωρία, όμως, μιας υποτιθέμενης ευαισθησίας του ραβδοσκόπου σε ορισμένες γνωστές ή άγνωστες ακτινοβολίες, έχει εγκαταλειφθεί.
Πρόσφατες έρευνες στον τομέα των βιοηλεκτρικών πεδίων ενισχύουν τη βιολογική εξήγηση του φαινομένου. Ίσως το μυστηριώδες φαινόμενο να οφείλεται στην εκπομπή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, τα οποία εκπέμπει ο ραβδοσκόπος εν αγνοία του, χωρίς να τα γνωρίζει και χωρίς να τα ελέγχει. Πάντως, παρά το γεγονός ότι η επιστήμη δεν απορρίπτει τις υπερφυσικές ή «μαγικές» ικανότητες των ραβδοσκόπων, η ίδια δεν έχει πει την τελευταία της λέξη.
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου