Υπόθεση.
Οι «Ευμενίδες» αρχίζουν από το σημείο στο οποίο τελειώνουν οι «Χοηφόροι». Ο Ορέστης φτάνει στους Δελφούς κυνηγημένος από τις Ερινύες, τις φοβερές θεές που καταδιώκουν τους μητροκτόνους και που στην τραγωδία αποτελούν το χορό. Αυτές δε συγχωρούν το έγκλημα του Ορέστη. Ο Απόλλωνας όμως επεμβαίνει και τον προστατεύει από την εκδικητική τους μανια.
Τον στέλνει στην Αθήνα για να δικαστεί από τον 'Αρειο Πάγο, δηλ. από το ανώτατο δικαστήριο της πόλεως. Συνήγορος και προστάτης του Ορέστη στη δίκη αυτή είναι η θεά Αθήνα. Το δικαστήριο αμφιταλαντεύεται και διχάζεται. Μπορεί να είχε δίκαιο ο Ορέστης που εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του, συγχρόνως όμως έκανε και ένα έγκλημα αντίθετο προς τη φύση,
σκοτώνοντας την μητέρα του. Η απόφαση βγαίνει με ισοψηφία. Οι μισοί ψήφοι είναι καταδικαστικοί και οι άλλοι μισοί αθωωτικοί. Στην κρίσιμη εκείνη στιγμή ρίχνει η Αθηνά τη δική της ψήφο στις αθωωτικές και έτσι γλυτώνει ο Ορέστης από την καταδίκη. Η Αθηνά αναλαμβάνει στη συνέχεια να εξευμενίσει και τις οργισμένες θεότητες που καταδιώκουν τον Ορέστη και τις μεταβάλλει από Ερινύες (=τιμωρές θεότητες) σε Ευμενίδες (=ευνοϊκές θεότητες).
Από εδώ πήρε και την ονομασία του το δράμα.
2 . Η σκηνή του δράματος.
Το δράμα εκτυλίσσεται σε δύο σκηνές. Η πρώτη στο χώρο του Μαντείου των Δελφών, όπου καταφεύγει κυνηγημένος ο Ορέστης και η δεύτερη στο χώρο του Αρείου Πάγου της Αθήνας, όπου διεξάγεται η κρίσιμη δίκη.
3. Τα πρόσωπα της τραγωδίας.
Πυθία(η μάντισσατων Δελφών), Ορέστης, Απόλλωνας, το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας, χορός Ευμενίδων, Αθηνά, συνοδοί (βουβά πρόσωπα).
4. Ανάλυση των «Ευμενίδων».
Με την έναρξη του έργου εμφανίζεται η Πυθία, η οποία προλογίζοντας εκφράζει το σεβασμό της προς την πρωτομάντισσα Γαία, τη θέμιδα, την τιτανίδα Φοίθη και τέλος προς τον Απόλλωνα, το γιο της Φοίβης, που της υπαγορεύει τους χρησμούς, τους οποίους αυτή δίνει στους ανθρώπους (στίχ. 1-33). Τελειώνοντας την προσευχή της η Πυθία ετοιμάζεται να μπει στο ιερό, έξαλλη όμως ξαναβγαίνει και αφηγείται το τρομερό θάμα που αντίκρυσε:
Ένας άνδρας αιματοσταγής (Ο Ορέστης) πεσμένος μπροστά στον «ομφαλό», κρατά κλωνάρι ελιάς στεφανωμένο με ταινίες από άσπρο μαλλί (σύμβολα της ικεσίας), ενώ γύρω του κοιμούνται βδελυρά όντα (οι Ερινύες), που η αναπνοή τους μοιάζει αγκομαχητό και τα μάτια τους στάζουν αίμα (στίχ. 34-63).
Τη στιγμή αυτή εμφανίζεται ο Απόλλωνας και συμβουλεύει τον Ορέστη να επωφεληθεί από τον ύπνο των Ερινυών, να φύγει αμέσως για την Αθήνα, όπου να προσπέσει ικέτης στο αρχαίο άγαλμα της Παλλάδας Αθηνάς.
Του υπόσχεται να τον βοηθήσει στη δίκη που θα γίνει εκεί, ώστε να απαλλαγεί από τα δεινό του, γιατί παραδέχεται ότι αυτός ο ίδιος τον έβαλε να σκοτώσει τη μητέρα του. Ύστερα του δίνει για συνοδό τον Ερμή και ο ίδιος μπαίνει στο ναό του (στίχ. 64—93).Παρουσιάζεται τότε το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας και φωνάζει τις Ερινύες να ξυπνήσουν.
Εκείνες με ουρλιαχτά τρέχουν στη σκηνή και βρίζουν τον Απόλλωνα, που προστατεύει ένα μιασμένο μητροκτόνο. Ξαναπαρουσιάζεται ο Απόλλωνας και διεξάγει μία έντονη φιλονικία για το κατά πόσο είναι μιαρή η πράξη του Ορέστη. Τελικά ο θεός τις διώχνει από το ιερό του σαν ανεπιθύμητες και εκείνες φεύγουν για την Αθήνα, για να καταδιώξουν εκεί το μητροκτόνο (στίχ. 94-235).
Η σκηνή τώρα μεταφέρεται στην Ακρόπολη των Αθηνών. Τρέχοντας ο Ορέστης κατευθύνεται προς το άγαλμα της Αθηνάς, μπροστά στο οποίο πέφτει σαν ικέτης. Τον προφταίνουν όμως και οι Ερινύες, οι οποίες τον περικυκλώνουν και τον απειλούν ότι θα του ρουφήξουν το αίμα και ύστερα θα τον πετάξουν στον Άδη. Την ώρα εκείνη εμφανίζεται η Αθηνά και ρωτά να μάθει ποιοι είναι και τι θέλουν οι συγκεντρωμένοι γύρω από το άγαλμα της.
Της παρουσιάζονται οι αντίπαλοι και της εμπιστεύονται την κρίση της υποθέσεως.
Με προσταγή της θεάς συγκροτείται το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στο οποίο προσέρχεται σαν μάρτυρας υπερασπίσεως ο Απόλλωνας (στίχ. 236-66). Οι δικαστές χωρίζονται στα δύο και ισοψηφούν. Τότε η Αθηνά, που προεδρεύει στη δίκη αυτή και εκπροσωπεί την ηθική κοινωνική συνείδηση, ψηφίζει για την αθώωση του Ορέστη, ο οποίος απαλάσσεται έτσι από την ευθύνη της μητροκτονίας (στίχ. 667-743).
Ο Ορέστης ευχαριστεί την Αθήνα και τον Απόλλωνα και ορκίζεται αιώνια συμμαχία της πατρίδας του Αργούς με την Αθήνα, της οποίας προστάτιδα είναι η Αθηνά, και φεύγει (στίχ. 744-777).
Οι Ερινύες κατηγορούν τους δύο θεούς ότι με την ανάμειξη τους και την έκβαση της δίκης ανέτρεψαν τους ηθικούς νόμους και απειλούν άπειρα κακά για τους Αθηναίους. Η Αθηνά όμως τις καλοπιάνει, τις καταπραύνει και τις συμφιλιώνει προς τους Αθηναίους (στίχ. 778-995). Έτσι από κόρες της νύχτας μεταβάλλονται σε αναθοποιά πνεύματα, από Ερινύες δηλ. γίνονται θεές Ευμενίδες, δίνουν μύριες ευχές στους κατοίκους της πόλεως και φεύγουν συνοδευόμενες από τις ιέρειες της Αθηνάς και τους πιο ευγενείς Αθηναίους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου