Όρνιθες του Αριστοφάνους, στην Επίδαυρο 1979
ΣΚΗΝΗ: Έρημη τοποθεσία με βράχους, θάμνα και ένα δέντρο.
Έρχονται, ντυμένοι σαν οδοιπόροι, ο Ευελπίδης και ο Πισθέταιρος· κρατούν από ένα πουλί, καλιακούδα ο πρώτος, κουρούνα ο δεύτερος· τους ακολουθούν δυο δούλοι, που ο καθένας τους κρατά ένα κάνιστρο, μια χύτρα και λίγα κλαδιά μυρτιάς.
<ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ, στην καλιακούδα.
Ολόισα λες; Εκεί που ᾽ναι το δέντρο;
Η κουρούνα, που κρατά ο Πισθέταιρος, βγάζει μια φωνή.
ΠΙΣΘΕΤΑΙΡΟΣ, στην κουρούνα.
Σκάσε. (Στον Ευελπίδη.) Να πάμε πίσω κράζει τούτη>.
Ο Αλέκος Φασιανός στα σκηνικά επί τω έργω
Σκηνοθεσία Αλέκου Σολομού
Οι Όρνιθες είναι κωμωδία του Αριστοφάνη που παρουσιάσθηκε το 414 π.Χ. στα Διονύσια, χαρίζοντας στον δημιουργό της το δεύτερο βραβείο. Ο Αριστοφάνης έγραψε τους «Όρνιθες» απογοητευμένος από την τροπή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Με το μεγάλο αυτό έργο, ο Αριστοφάνης βρίσκει την ευκαιρία να διακωμωδήσει τους συκοφάντες και τους κόλακες του δήμου, καθώς και τις θεωρίες για νέα πολιτεύματα. Το έργο πραγματεύεται τη φυγή δυο ανθρώπων από την τυραννία του κόσμου στο βασίλειο του παραμυθιού και συνενώνει την πιο τολμηρή φαντασία με την πιο ανάερη ποίηση.
(από ελληνική βικιπαίδεια το κάτωθι)
Δυο Αθηναίοι φίλοι, ο πονηρός Πεισθέταιρος και ο αγαθός Ευελπίδης, επιθυμούν να βρουν το πουλί τσαλαπετεινό (που άλλοτε ήταν άνθρωπος, ο βασιλιάς Τηρέας) για να το ρωτήσουν σε ποια πόλη μπορεί κανείς να ζήσει ήσυχα, πλούσια και ειρηνικά.
Στην εισαγωγή του έργου, λοιπόν, εμφανίζονται οι δύο φίλοι να πετούν μέσα από το δάσος, ο ένας πάνω σε μια κουρούνα και ο άλλος σε μια καλιακούδα, δηλώνοντας ότι μεταναστεύουν επειδή βαρέθηκαν τη δικομανία των Αθηναίων.
Όταν πια βρίσκουν τον τσαλαπετεινό, εκείνος τους απογοητεύει, καθώς δεν έχει να προτείνει καμία πόλη που να τους αρέσει. Τότε όμως ο Πεισθέταιρος συλλαμβάνει την ιδέα να ιδρύσουν μαζί με τον τσαλαπετεινό-Τηρέα την πόλη των πουλιών στους αιθέρες, στο μεσοδιάστημα δηλαδή μεταξύ του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των θεών. Ο τσαλαπετεινός πείθεται και καλεί τα πουλιά για να τους ανακοινώσουν μαζί το σχέδιο του Πεισθέταιρου.
Τα πουλιά εμφανίζονται αγριεμένα από την εισβολή των ανθρώπων και θεωρώντας ότι ο τσαλαπετεινός τους πρόδωσε, ετοιμάζονται να επιτεθούν στους εισβολείς. Για άλλη μιά φορά όμως ο Πεισθέταιρος παίρνοντας τον λόγο, φουσκώνει τα μυαλά των πουλιών . Στο τέλος πείθει τα πουλιά να ιδρύσουν τη Νεφελοκοκκυγία
κατοικία των κούκων στα σύννεφα, την πόλη δηλαδή των πουλιών) με στόχο να αναδειχτούν σε ρυθμιστές της θεϊκής εξουσίας λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι των θεών με τους ανθρώπους.
Έτσι, τα πουλιά χωρίζονται σε ομάδες εργασίας και ξεκινάει το χτίσιμο του τείχους που θα περιβάλλει τη χώρα των πουλιών και θα εμποδίζει έτσι την τσίκνα από τις θυσίες των ανθρώπων να ανεβαίνει στους θεούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου