Γεώργιος Βιζυηνός - Τὸ μόνον τῆς ζωῆς του ταξείδιον
(απόσπασμα )
Ὅτε μ᾿ ἐστρατολόγουν διὰ τὸ ἔντιμον τῶν ραπτῶν ἐπάγγελμα, οὐδεμία ὑπόσχεσίς των ἐνεποίησεν ἐπὶ τῆς παιδικῆς μου φαντασίας τόσον γοητευτικὴν ἐντύπωσιν, ὅσον ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔμελλον νὰ ράπτω τὰ φορέματα τῆς θυγατρὸς τοῦ Βασιλέως.
Ἐγνώριζον, πῶς ὅταν ἐρωτευθῇ καμμία βασιλοπούλα μὲ τὸ ραφτάκι της, δὲν χορατεύει· μόνον ἐρωτεύεται εἰς τὰ γερά· καὶ ἀρρωστᾶ· καὶ πέφτει στὸ κρεββάτι· καὶ γίνεται τοῦ θανατᾶ· καὶ κανεὶς ἰατρὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἰατρεύσῃ, καμμία μάγισσα νὰ τὴν φέρῃ στὰ καλά της. - Ὡς ποὺ φωνάζει ἐπὶ τέλους τὸν πατέρα της ἡ βασιλοπούλα καὶ τοῦ τὸ λέγει παστρικὰ παστρικά: «Πατεράκι μου, ἢ τὸ ραφτόπουλο, ποὺ τραγουδᾶ τόσον εὔμορφα, ἢ θὰ πεθάνω!»
Ὁ βασιλεὺς ἄλλο παιδὶ δὲν ἔχει. Τί νὰ κάμῃ; Φορεῖ τὴν κορῶνα του στὸ κεφάλι, καὶ πηγαίνει στὰ πόδια τοῦ ραφτόπουλου καὶ «Στὸν Θεὸ καὶ στὰ χέρια σου!» τοῦ κράζει! «Κᾶμε μου τὴν χάρι νὰ πάρῃς τὴν κόρη μου. Κᾶμε μου τὴν χάρι νὰ γενῇς γαμβρός μου. Ἀλλὰ δεῖξε δὰ προτήτερα καὶ καμμιὰ παλληκαριά, διὰ νὰ μὴν πέσω ἀπὸ τὴν ὑπόληψί μου, ὡσὰν βασιλέας ὅπου εἶμαι».
Τὸ ραφτόπουλο, τοῦ φαίνεται, πὼς ἔχει σκαλώσει στὸν λαιμό του κανένα στυφὸ μέσπιλο καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταπιῇ. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι δὲν ἔχει νὰ καταπιῇ τίποτε, γιατὶ ὡς καὶ τὸ σάλιο του ἐξεράθη μέσ᾿ στὸν λάρυγγά του. Τόσο πολὺ ἐφοβήθηκε σὰν εἶδε τὸν βασιλέα μὲ τὴν κορῶνα!
Ὁ βασιλεὺς μὲ τὴν κορῶνα του «παπαρίζει» τὸν ὦμο, καὶ τὸ ρωτᾷ νὰ τοῦ εἰπῇ καὶ καλά: τί εἶναι ἄξιο τὸ ραφτόπουλο νὰ κάμῃ. Περιμένει δὲ μὲ ἐνδόμυχον χαρὰν ν᾿ ἀκούσῃ, ὅτι ὁ ἐπίδοξος γαμβρός του εἶναι ἄξιος νὰ καταιβάσῃ κανένα ζωντανὸ λεοντάρι ἀπὸ τὰ βουνά, ἢ νὰ σκοτώσῃ κανένα δράκοντα, ἢ νὰ κυριεύσῃ κανένα βασίλειο.
Σκηνοθεσία του ΛΑΚΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ που αποχώρησε με ευγένεια απο τα εγκόσμια και οδεύει στα κόσμια ....
φωτό Patricia A Barder

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου