Ενταύθα (απόσπασμα)
Πήρε ξημέρωμα 21 Απρίλη
"Την μέρα εκείνη πώς μου ρθε να πάω απ τα χαράματα στον "'Υπατο" να ποδοβολήσει,στ αγνάντι της απέναντι κορφής
Γλυστρούσε το ξημέρωμα κι εγώ ποδεμένος πρόχειρα, τράβηξα ταχειά τ ανηφόρι.
Το τοπίο ήταν ακόμη σκοτεινό, κτυποκαρδούσα σαν παιδί άφρονο, που το διάβα του είχε πιστέψει οτι θα το φράξουν τελώνια .....
Στο πάνω δρομί -πριν φτάσω-στην κατρακύλα στα πρανή ξεπρόβαλε ο Αι Γιώργης το μικρό ξωκλήσι
Ερμο φάνηκε και σκοτεινό από το λιανό καντήλι
Βαριανάσαινα
Το νοτισμένο χνώτο μου ακράγγιξε το ματισμένο σκοινί της καμπάνας, ακροβολισμένη στον γέρικο κέδρο
.........και τότε , άρχισε να ψάλλει πένθιμα Σολωμό
μνήσθητι Κύριε , είναι κοντά
μνήσθητι Κύριε , εφάνη
...η καμπάνα έψελνε ....τι συνέβη....
Αναγνώρισα τον ήχο Ο παππούλης μου της το είχε μάθει
Τα μάτια μου -επιτέλους-ορούν τον χυμό της Ανατολής
Ποδοπατώ το λίθινο πλατύσκαλο και φτάνω στ αλωνάκι
Ο Ύπατος δεν εφάνη Δεν με προϋπάντησε.
Πού είναι η χαίτη του Γιατί δεν ακούγεται η όμορφη λαλιά του;;
Οι πατούσες μου βαρίδι
Η καρδιά μου σίδερο
Αμόνι γένηκε η φύση
Ο ϋπατος, αυτός ο νοσοκόμος που τον φόρτωνα τα γιατρικά
Αυτόν τον γενναίο νοσηλευτή που στο σαμάρι ακούμπαγα τον βαριοπληγωμένο , να προλάβουμε , να τον σώσουμε
εκείτο νεκρός,από χέρι φαρμακερό
Ποιός τον φθόνησε;;
Ποιός χόρεψε δαιμονικό μες τη ψυχή του χορό;;
Το πρωινό εκείνο δεσμώτες κατέφθαναν από παντού
Δεν εγκατέλειψα
Πήρα τον Ύπατο στη πλάτη
Να περάσω το ποτάμι Να τον ενταφιάσω στο χωράφι του τον γενναίο Ξενοφώντα (το ελληνικό του όνομα του ίππου) που εχει χώμα αλαφρύ
Να τον πλύνω
Να τον κλάψω
Να τον μυρώσω με ψαλμό
Να τον τιμήσω με όλες τις τιμές που του πρέπουν
Αυτόν που ένοιωθε και ήξερε από χρέος και από καθήκον στον ασθενή
Σιμά ακούγονται σιδερικά
Ζώνουν τον τόπο
......δεν λιγοψύχησα .....
Ο Υπατος έγειρε στη γη που λάτρεψε"
Μια λουρίδα σαν μούσμουλο έκρυψε την ματιά μου
------------------------------------
(από το "ενταύθα" κεφάλαιο από άκλιτον ΑΣ)
(Αφιερωμένο στον πατέρα μου Δημοσθένη Στάικο διευθυντή στο Υπουργείο Υγείας το 1967,όπου αρνήθηκε να υπογράψει υπακοή στην Χούντα και επαύθη οριστικά και με κατ οίκον περιορισμό και τα σχετικά
Δεν το μετανόησε ποτέ αλλά δεν το χρησιμοποίησε επίσης ποτε για να αποδείξει το οτιδήποτε
Ο γιατρός πατέρας μου ήταν γενικά κεντρώος μη ανήκων ουδέποτε σε κόμματα, όπως έλεγε επειδή αγαπούσε και τις δυο πλευρές του κοινού μας σώματος κι επομένως επλεε ανάμεσα -στους ανθρώπους ενωτικά)
Πήρε ξημέρωμα 21 Απρίλη
"Την μέρα εκείνη πώς μου ρθε να πάω απ τα χαράματα στον "'Υπατο" να ποδοβολήσει,στ αγνάντι της απέναντι κορφής
Γλυστρούσε το ξημέρωμα κι εγώ ποδεμένος πρόχειρα, τράβηξα ταχειά τ ανηφόρι.
Το τοπίο ήταν ακόμη σκοτεινό, κτυποκαρδούσα σαν παιδί άφρονο, που το διάβα του είχε πιστέψει οτι θα το φράξουν τελώνια .....
Στο πάνω δρομί -πριν φτάσω-στην κατρακύλα στα πρανή ξεπρόβαλε ο Αι Γιώργης το μικρό ξωκλήσι
Ερμο φάνηκε και σκοτεινό από το λιανό καντήλι
Βαριανάσαινα
Το νοτισμένο χνώτο μου ακράγγιξε το ματισμένο σκοινί της καμπάνας, ακροβολισμένη στον γέρικο κέδρο
.........και τότε , άρχισε να ψάλλει πένθιμα Σολωμό
μνήσθητι Κύριε , είναι κοντά
μνήσθητι Κύριε , εφάνη
...η καμπάνα έψελνε ....τι συνέβη....
Αναγνώρισα τον ήχο Ο παππούλης μου της το είχε μάθει
Τα μάτια μου -επιτέλους-ορούν τον χυμό της Ανατολής
Ποδοπατώ το λίθινο πλατύσκαλο και φτάνω στ αλωνάκι
Ο Ύπατος δεν εφάνη Δεν με προϋπάντησε.
Πού είναι η χαίτη του Γιατί δεν ακούγεται η όμορφη λαλιά του;;
Οι πατούσες μου βαρίδι
Η καρδιά μου σίδερο
Αμόνι γένηκε η φύση
Ο ϋπατος, αυτός ο νοσοκόμος που τον φόρτωνα τα γιατρικά
Αυτόν τον γενναίο νοσηλευτή που στο σαμάρι ακούμπαγα τον βαριοπληγωμένο , να προλάβουμε , να τον σώσουμε
εκείτο νεκρός,από χέρι φαρμακερό
Ποιός τον φθόνησε;;
Ποιός χόρεψε δαιμονικό μες τη ψυχή του χορό;;
Το πρωινό εκείνο δεσμώτες κατέφθαναν από παντού
Δεν εγκατέλειψα
Πήρα τον Ύπατο στη πλάτη
Να περάσω το ποτάμι Να τον ενταφιάσω στο χωράφι του τον γενναίο Ξενοφώντα (το ελληνικό του όνομα του ίππου) που εχει χώμα αλαφρύ
Να τον πλύνω
Να τον κλάψω
Να τον μυρώσω με ψαλμό
Να τον τιμήσω με όλες τις τιμές που του πρέπουν
Αυτόν που ένοιωθε και ήξερε από χρέος και από καθήκον στον ασθενή
Σιμά ακούγονται σιδερικά
Ζώνουν τον τόπο
......δεν λιγοψύχησα .....
Ο Υπατος έγειρε στη γη που λάτρεψε"
Μια λουρίδα σαν μούσμουλο έκρυψε την ματιά μου
------------------------------------
(από το "ενταύθα" κεφάλαιο από άκλιτον ΑΣ)
(Αφιερωμένο στον πατέρα μου Δημοσθένη Στάικο διευθυντή στο Υπουργείο Υγείας το 1967,όπου αρνήθηκε να υπογράψει υπακοή στην Χούντα και επαύθη οριστικά και με κατ οίκον περιορισμό και τα σχετικά
Δεν το μετανόησε ποτέ αλλά δεν το χρησιμοποίησε επίσης ποτε για να αποδείξει το οτιδήποτε
Ο γιατρός πατέρας μου ήταν γενικά κεντρώος μη ανήκων ουδέποτε σε κόμματα, όπως έλεγε επειδή αγαπούσε και τις δυο πλευρές του κοινού μας σώματος κι επομένως επλεε ανάμεσα -στους ανθρώπους ενωτικά)
%2021%20%CE%B1%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου