ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ -ζ-
«Ναυσικάα, τί νύ σ᾿ ὧδε μεθήμονα γείνατο μήτηρ;
εἵματα μέν τοι κεῖται ἀκηδέα σιγαλόεντα,
σοὶ δὲ γάμος σχεδόν ἐστιν, ἵνα χρὴ καλὰ μὲν αὐτὴν
ἐκ γάρ τοι τούτων φάτις ἀνθρώπους ἀναβαίνει---25----
ἐσθλή, χαίρουσιν δὲ πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ.
ἀλλ᾿ ἴομεν πλυνέουσαι ἅμ᾿ ἠοῖ φαινομένηφι:
καί τοι ἐγὼ συνέριθος ἅμ᾿ ἕψομαι, ὄφρα τάχιστα
ἐντύνεαι, ἐπεὶ οὔ τοι ἔτι δὴν παρθένος ἔσσεαι:
ἤδη γάρ σε μνῶνται ἀριστῆες κατὰ δῆμον-----30----
................................................
«Πως έτσι, Ναυσικά, η μητέρα σου σε γέννησε ακαμάτρα
κι αφήνεις άπλυτα να κοίτουνται τα λιόφωτά σου ρούχα;
Ζυγώνει ο γάμος σου, και θα 'πρεπε να βάλεις τα καλά σου,
κι άλλα να δώσεις στους συμπέθερους που θα 'ρθουν να σε πάρουν
με αυτά μαθές θα βγάλεις όνομα καλό στον κόσμο γύρω,
ν᾿ αναγαλλιάσουν ο πατέρας σου κι η σεβαστή σου η μάνα.
Πάμε λοιπόν με τα χαράματα να πλύνουμε᾿ το θέλω
να ετοιμαστείς μιαν ώρα αρχύτερα· γι᾿ αυτό μαζί σου θα 'ρθω
να μεταπιάσω᾿ δεν απόμεινε πολυς καιρός που θα 'σαι
παρθένα ακόμα· κιόλας άρχισαν από τους Φαίακες όλους

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου