Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Ανάρτηση στο ιστολόγιο <Γερομοριάς> 2015 ----2020


Πήρε καταιγίδα.


"Η Πόλη ΖΕΙ"
-άννα στάικου
(απόσπασμα)(2018)

Πήρε καταιγίδα.
Το στέγαστρο δεν με ωφελούσε.
Βγήκα στη μπόρα ασκεπής.
Θόλωσε η λεωφόρος.
Ο εαυτός μου τυμπάνιζε.
Ξάφνου ξαπλώνω καταγής.
Το σώμα μου πυροβολείται ανελέητα από την βροντερή βροχή. Οι ελάχιστοι διαβάτες,με θεωρούν νεκρό και για μεγάλη μου χαρά δεν ασχολήθηκαν.
Ολο το βράδυ μούσκευα.
Εγινα ένα με τη γη.
Σα βόλος φυτρωμένος στα όρη.
Χαράματα, ψηλάφισα την επιστολή . Ηταν 
στη θέση της.

-----"Ultra Κοσμοπολίτης"
φύλλο Μαρτίου 2018








Της Άννας Στάικου


ΝΑΙ να πεθάνουμε για το Καστελόριζο
Να πεθάνουμε και για την βραχονησίδα που κατοικεί μια γίδα
Να πεθάνουμε για τον βράχο που δίνει σήμα στην Πατρίδα
Οι σκλάβοι , οι δούλοι, οι υποτελείς βάζουν ερωτηματικά
ΝΑ πεθάνουμε για κάθε χαλίκι της πατρίδας για κάθε κόκκο χαλικιού από τα χώματα της πατρίδας
ΤΙ λόγο ρε θα δώσετε στους ουρανούς των νεκρών και στο σύμπαν των παιδιών;;
Δεν είστε άνθρωποι όσοι υπολογίζετε με τα δάκτυλα σαν τον λαδιάρη
ΝΑΙ να πεθάνουμε για το Καστελόριζο
Να πεθάνουμε για τον άνεμο
Να πεθάνουμε για την πηγή μας και για τις λίμνες μας
Να πεθάνουμε ρε για τα παιδιά μας
Δεν είστε άνθρωποι όσοι σκύβετε στον ληστή
Κάτι άλλο είστε και τραβάτε να κρυφτείτε
Δεν αντέχεστε




Της Άννας Στάικου

Ο Αναστάσης παλιός μάστορας καλλιτέχνης κοσμημάτων χειροποίητων εργάζεται 50 χρόνια στο κέντρο της Αθήνας  Καλά τα είχε καταφέρει στην ζωή του μέχρι το ρημάδι το περίστροφο που μας σημάδεψε τους περισσότερους στον κρόταφο με ονοματεπώνυμο έτος 2010

Από τότε μεροδούλι μεροφάι και πολλές φορές δίχως μεροδούλι και μήτε μεροφάι. Τα χέρια του τον βοηθάνε Κληρονομιά από τους Ηπειρώτες μαστόρους. Σχεδιάζει και μετά κελαηδά το πενσάκι στην λεπτή πλάκα ασημιού, χαλκού, μπρούτζου. Λησμόνησε τα μαύρα πρώτα χρόνια που λες και ζώσανε άρματα την μικρή παραγωγή, την ξεπάτωσαν και οι τεχνίτες ή πέθαιναν απελπισμένοι η εγκατέλειπαν την εργασία που με κόπο και πολύ μεράκι είχαν μοχθήσει. Και ο ίδιος ο Αναστάσης δεν πέρασε λίγα . Έζησε ένα χειμώνα δίχως ρεύμα και μέσα στο παγωμένο δυάρι
Μια νύχτα άγρυπνος και με ταχυκαρδίες που βαρούσαν τον τοίχο πήρε την απόφαση της αποδημίας του με τον τρόπο που αυτός με το μυαλό του θα κατάστρωνε. Λοιπόν, θα έφευγε όρθιος (άλλωστε δεν θα μπορούσε ποτέ σύνταξη να πάρει) κρατώντας το καλεμάκι της σφυρηλάτησης των αντικειμένων, στην παλάμη του
Σκεφτόταν ότι μια τέτοια στιγμή θα ορμούσε από την πόρτα η αστραπή από τ απέραντο.  Θα τον αγκάλιαζε και ανεβαίνοντας στα ουράνια θα τον αποχαιρετούσαν, σφυράκια καλέμια, πένσες, κολλητήρια και τα φλόγιστρα θα ρίχναν πυροτεχνήματα
Ναι, ναι Έτσι θα φευγε Την είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι και τ άδικο με το πηρούνι
Στο χάος του στερεώματος ζωγραφίζονταν τα παιδιά του-μεγάλα πιά-και οι οπτασίες από τις γυναίκες της ζωής τους.  Ακόμη και η Θάλεια Το κοριτσάκι στην Α δημοτικού που καθόταν στο διπλανό θρανίο ξεπρόβαλλε στην άβυσσο
Ναι Στον αποχαιρετισμό θα ήταν και η Θάλεια . Επιτρεπόταν στην οπτασία να μην είχε κοτσίδες Αλλα απαγορευόταν να μην ήταν όμορφη και δροσερή.

Ώσπου πλάκωσε η ζημιά με τον εστεμμένο ιό.
Έκλεισε το ρολό της πρόσοψης.
Άφησε μια χαραμάδα να ρχεται να βλέπει το εσωτερικό
Τις πρώτες μέρες αντί για βόλτα καθόταν στο απέναντι από το εργαστήριο του πεζούλι
Η φτώχεια σύντομα ξαναέβγαλε δόντια.
Θυμήθηκε ότι του έλειπε η ζάχαρη και τράβηξε στο Σούπερ Μάρκετ
Θα φτιαχνε καφέ και θα άκουγε τους γιατρούς του πλανήτη στην τηλεόραση μαζί με μουσική Μπαχ που ταίριαζε στην περίσταση, θα κλεινόταν για τα καλά
Να περάσει η θύελλα και να βγεί όταν επιτραπεί
Όπως έκαναν όλοι δλδ
Μπαίνει στο Σούπερ Μάρκετ, φορώντας το λευκό του πουκάμισο, για γούρι όπως έλεγε και κατευθύνεται στο κατάλληλο ράφι ώσπου βλέπει μπροστά του μια νεαρά τυλιγμένη στης γοητείας, την αχλύ
Αθελά του παραβιάζει την απόσταση και πριν κάνει ένα ακόμη βήμα τα μεγάφωνα σαν ρουφιάνοι τον καρφώνουν τσιριχτά:
«Ο κύριος με το λευκό πουκάμισο να περάσει στο ταμείο»
Τα χάνει Μένει ακίνητος και με κίνηση slow motion θυμίζοντας πελαργό προσπαθεί να ανιχνεύσει το ράφι με την ζάχαρη
Ξανά η σειρήνα η σκρόφα
«Ο ψηλός κύριος με το λευκό πουκάμισο που παραμένει ακίνητος, να περάσει στο ταμείο»
Αλαφιάζεται Τον κοιτάνε περίπου ως ύποπτο ιού όλοι, αγκαλιάζει ένα πακέτο τσιπς για να μη δώσει λόγο στο ταμείο, που μόλις πλησίασε, η μασκοφορούσα υπάλληλος τον μαλώνει γλυκά «Αχ είστε ηλικιωμένος θέλετε να κολλήσετε τον ιό;;»
Επιστρέφει δίχως ζάχαρη Στο μπρίκι ο καφές σκέτο φαρμάκι Στην οθόνη οι γιατροί
Βάζει Μπαχ και χώνεται στο φεις ………..
Τα χάνει
100 και βάλε μηνύματα Τα μισά του λέγανε ότι θα τον κλείσουνε για πάντα μέσα τ άλλα μισά του λέγανε τις βιταμίνες που θα τον σώσουν
Ανοίγει το βαζάκι με το μέλι κινίνο ο καφές με το μέλι θα συνέλθει
Πέφτει το μάτι του σε μήνυμα εμπιστευτικό ότι το μέλι γλυκαίνει τον ιό επομένως δεν κάνει καλό…
Παρατάει το βαζάκι και ψάχνει κάποια παλιά λουκούμια που είχε φυλάξει
Ανοίγει τα μειλς
Οι μισοί του μιλούσαν με εμβατήρια του εμφυλίου και με αντάρτικα
Οι άλλοι μισοί ανέλυαν δευτερολογώντας τους γιατρούς και τους υπεύθυνους
Προτάσεις για μάσκες και ίσως και ο αέρας μεταφέρει τον ιό και επομένως να κρατά τους πάντες μακριά επειδή όλα τα πράγματα και όλο το περιβάλλον κολλούν τον ιό
Πέρασε μια νύχτα εφιάλτη
Ή όπου να ναι θα μπουκάρουν οι μπάτσοι και θα βαράνε στα σπίτια
Ή όπου να ναι θα μπει από την πόρτα ο ιός
Ξυπνάει φουρκισμένος φτιάχνει το πρωινό φαρμάκι
Τρίβει μια φρυγανιά Βγάζει την γάτα από την πόρτα της κουζίνας να βγεί βόλτα
Αυθόρμητα την λέει σκρόφα για την τύχη της να ναι γάτα
………..και διαπράττει το ολέθριο λάθος να ανακοινώσει στο διαδίκτυο ότι δεν φοβάται, εντάξει θα πάρει μέτρα άλλωστε και δεν φοβάται για τα τανκς που θαρθούν γιατί εάν μας πατήσουν όλους δεν θα μας κλάψει και κανείς……..
Είχε νυχτώσει για τα καλά
Μέτρησε ότι είναι φασίστας και δε ξέρει τι του γίνεται 45 φορές
Ότι είναι ηλίθιος 52
Οτι είναι γεροξεκούτης 30
Και μέτρησε πάμπολλες καρδούλες από όσους συμφωνούσαν σεμνά και ταπεινά
Την άλλη μέρα βολτάρησε στην άδεια πόλη Έγραψε ότι του άρεσε
Τον έβρισαν μισάνθρωπο
Διευκρίνησε ότι μέσα στον χαμό τη στιγμή που είμαστε απ’ ότι φαίνεται καλτ, η άδεια πόλη είναι μια άλλη εικαστική οπτική και
προτείνει 1 μέρα το χρόνο από εδώ και μπρος να μένουμε όλοι μέσα και να κοιτάζουμε την άδεια πόλη
Τον ξαναείπαν φασίστα Αυτόν που υπηρέτησε την θητεία του στην μαύρη Χούντα και οργάνωσε σε αντιδικτατορικό αγώνα τον μισό λόχο
Το κλεισε το φεις
Θα παιζε παιχνίδια
Οι μέρες κυλούσαν δύσκολα, μασώντας πέτρες οι λεπτοδείχτες Ο Αναστάσης ζούσε μόνος του και στα τηλέφωνα γνωστών και φίλων που κτυπούσαν ξεκίνησε την αντεπίθεση στην σχιζοφρένεια που είχε σαν μάστιγα βλάψει σχεδόν το σύνολο
Μια τυπική συνομιλία του ήταν περίπου με αυτές τις λέξεις:
«Ακου, θα πεθάνω όπως ΕΓΩ θέλω και δεν θα με πεθάνετε εσείς όπως θέλετε»
Και συνέχισε
«Ξεκρέμασε το μυαλό σου στ άρπαξε ο κόκορας της πόλης και άμε να μιλήσουμε σα δυο φίλοι γκαρδιακοί μόλις ανοίξει το μαγαζί»
Ντουπ…………το ακουστικό
Ο Αναστάσης λάτρης την ετυμολογίας των λέξεων, κατέγραψε 650 λέξεις με το έτυμον στην παρένθεση……….
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα <Η Πόλη Ζει>





Πιθανός τίτλος : «Με 200 εκπνοές σε ξεψυχάμε»


Της Άννας Στάικου*

Τα χαράτσια νομιμοποιημένα μάς καταπίνουν μέρα τη μέρα.
Οι άνεργες μέρες -νομιμοποιημένες κι αυτές- κάνουν πάρτι λήθης.
Όπου να ‘ναι θα λες «ζητώ εργασία» και θα θεωρείσαι ύποπτος.
Η κάθε μέρα καταντά αποστολή επικίνδυνη και, το χειρότερο, κάνεις πως δεν το βλέπεις.

Τελευταία, δεν αισθάνομαι καλά.
Παλαιότερα, με το πρωινό τσιγάρο, έβλεπα τον ήλιο έστω και ένα απέναντι ντουβάρι που λιαζόταν, κι αναπολούσα πάντα την πατρίδα.
Η πατρίδα τον χειμώνα ντυμένη χιόνι.
Τα όρη μάς πέμπουν σήματα και νοήματα.
Οι θάλασσες γυαλί -πάγος-και εμένα έκανε γκελ το βλέμμα μου σε καθρέφτες ασημί. Τουρτούριζαν μαζί μας τα σπαράκια. Από κοντά και τα χανάκια.
Τελευταία με έχει σφίξει μια περίεργη ναυτία.
Με πνίγουν οι αναθυμιάσεις του διαχρονικού απέναντι μπουλντόγκ.
Πηγαινοέρχεται και χαριεντίζεται με τα σαλόνια όλων αυτών που μεσιτεύουν τον δικό μου αφανισμό.
Συστήσανε και επιτροπή. Την είπανε 21.
Το δυο πριονοκορδέλα και το ένα καρφωμένο και σταυρωμένο.
Και εάν χτυπά, έστω και με αρρυθμίες, η καρδιά σου, τον βλέπεις τον συμβολισμό.
Αυτοί που δεν τον βλέπουν τι έχουν πάθει;
Ούτε οι ψυχολόγοι μπορούν να ξέρουν, πολύ περισσότερο και οι ανθρωπολόγοι. Δεν κατανοούν τι έχουν πάθει και είναι τυφλοί, ενώ δεν είναι αόμματοι;
Ναι, ναι σύμφωνοι. Ο παραγωγικός ιστός είναι σωριασμένος και πάλι, ναι, η προπαγάνδα στάζει σαν σπασμένη βρύση, σαν κάνουλα με δηλητήριο, στη δεξαμενή της τάχα πληροφόρησης.
Ναι, δε λέω, η φτώχεια βαράει κατακούτελα το … Ποιο; Τι βαράει;
Ο Τόπος είναι Πατρίδα. Δεν είναι; Όλοι έχουν τις πατρίδες τους. ΟΛΟΙ. Και εδώ βαλθήκαν να μας πείσουν ότι για να είμαστε αρεστοί και γαλήνιοι στα ΑΤΜ, δεν πρέπει να έχουμε πατρίδα.
Και αυτό σαν άποψη ηλίθιου κοσμοπολιτισμού τάχα.
Βλακώδους, ανύπαρκτου πολυπολιτισμού.

Στήνουν σύγχρονες σταυροφορίες με τίτλο όραμα και πρόταγμα «κατεδαφίσου έξυπνα» ή «αφανίσου ειρηνικά»
Το αφήγημα ένας μύθος made by banks.
Δηλαδή, με σκεπάρνι θα βγάλεις τον μύθο που σου καταλογίζουν και θα βάλεις τον δικό τους μύθο.
Κάτι σαν ρομπότ.
Που, όπου να ‘ναι, θα συνομιλήσει μαζί μας, βάζοντάς μας σε προκρούστη ειδικού αλγόριθμου και θα μας ρωτά:
«Εγώ είμαι ρομπότ, εσύ είσαι σίγουρα άνθρωπος;»
Σε πιθανή του ημιθανούς απάντηση με νεύμα καταφατικό «ναι ρε, είμαι άνθρωπος», τα προκρούστεια μέτρα θα αγριεύουν.
«Από πού είσαι, αριθμέ τάδε;»
Όποιος ψελλίσει- Ελλάδα- την έχει βάψει .
Θα ακούει ότι Έλληνες είναι οι εκ Ζουαζιλάνδης προερχόμενοι, που κρατούν καλή τάξη στις αλύσους τους.
Με θεωρείτε υπερβολική; Κι όμως λαθεύετε.
Οι 200 συνδαιτυμόνες και μεσίτες της αρπαγής της πολύ καλής μεριάς του πλανήτη, αυτό που μόλις περιέγραψα ετοιμάζουν.
Με φιέστες πασπαλισμένες με μπόλικη λήθη, με σβήσιμο των χρονικών διαδρομών, με φτύσιμο σε ό,τι έχει ποτιστεί με το αίμα του παππούλη μας και πιθανότητα, να γίνει χωματερή ακόμη και το μνήμα της μαρτυρίας των αγώνων.
Γιατί τί άλλο μπορεί να σημαίνει η δήλωση ενός από αυτούς, ότι το μέλλον μας είναι να φιλοξενήσουμε τους γέρους ευρωπαίους και να δώσουμε τα φώτα μας στους πληθυσμούς εξ Ανατολών;
Είναι αυτονόητο ότι μετά θα απέλθουμε στην χωματερή ησύχως.
Με την αποχώρηση της τελευταίας – με μνήμη – γενιάς, οι τραπεζίτες θα συγγράψουν εξ’ αρχής το αγαπημένο πόνημα με τίτλο: «Ελλάς, η χώρα των φαντασμάτων» και υπότιτλο «Πώς εκδιώξαμε τους γηγενείς εχθρούς και επαναφέραμε τους προγόνους του Σωκράτη που ήταν κάτοικοι άπαντες της ανατολής»
Χάιλ, πλήθη φωταδιστικά!

Τελευταία κοιμάμαι άτσαλα.

Κάθε τόσο έρχεται στον ύπνο μου, με ονείρου οπτασία, ο παππούλης μου.
Κρατά το καριοφίλι.
Ντυμένος με την φουστανέλα κι εγώ νεαρή με πλεξούδες στην πηγή, του απαντώ:
«Φούστη τη φουστανέλλα σου την έχω εγώ ραμμένη
και με τα τραγουδάκια μου την έχω γαζωμένη»
Κι αυτός σιάζει το ζωνάρι, πίνει νερό απ΄την πηγή και κρένει
«Σου’ πα στο μύλο να μην πας στο μύλο για να αλέσεις
γιατί είναι Τούρκος  μυλωνάς κι αράπης πασπαλιάρης
Παίρνουν για ξάι φίλημα για χούφτα μαύρα μάτια.»
Σηκώνομαι ψυχωμένη και μέσα μου ρέει το δικό μου αφήγημα που είναι
ιστορία.
Κι η ιστορία στο κουκούτσι της λέει αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι πάντα μία.
Ποιος σας είπε, κανάγιες, ότι διαλέγουμε να είμαστε σκλάβοι;
Και το «διαλέγω» σημαίνει ότι καριοφίλι δλδ  έχω την βούληση της λευτεριάς.
Και βούληση σημαίνει ότι μάχομαι για να μην την φάει-την ελεύθερη επιλογή μου- το μαύρο σκοτάδι της καταπακτής, που ορέγεστε να ανοίξετε στην ανθρώπινη ιστορία.
Τέτοια σκέπτομαι και ο νους πετά στα γονικά μου.
Σ’ αυτήν την αγάπη, με αυτόν τον τρόπο, με τούτα τα ήθη με λέξεις ελληνικές -χαυλιόδοντες αθανασίας.
Πάει μετά και σκαρφαλώνει στη αριστερή βουνοκορφή, από εκεί που το πέλαγο μουρμουρά για την ανατολή.
Πετά λίγο μετά, στην ταράτσα της πόλης μου.
Τρίζουν σαν παλιοκόκκαλα οι σιδερένιες σκάλες, κι από κει, σε ένα τοπίο χάρχαλο, εγώ βλέπω τον άθλιο τόπο μου, που όμως είναι ο δικός μου και αυτόν αγαπάω.
Και πάει ο νους μου στην ευθύνη .
Και τρέχει ο λογισμός αυλακωτά.
Και παίρνω, τότε, ανάσα κατεβασιά, από βουνό λευτερωμένο, επειδή η ελευθερία ισούται με την προσωπική του καθενός ευθύνη.
Φυσικά και θα φτύσω στο χαντάκι της ιστορίας την φάση των 200 συνδαιτυμόνων.
Θα τους κάνω κόμιξ για να γελάνε τα παιδιά.
Αυτών των ξιπασμένων, που με καλαμπαλίκια θα βρίσουν ό,τι εμείς λατρεύουμε.
Μισθοφόροι – ξεφτίλες ενός bar code δεν γινόμαστε



"Ανοιξη, όπως το κάρβουνο στα δυό σου μάτια"




"Ανοιξη , όπως το κάρβουνο στα δυό σου μάτια"

της Άννας Στάικου


"Την ¨Ανοιξη την σκέφτομαι
μ έναν ήλιο στρωμένο στο τραπέζι
Μια κανάτα ακουμπισμένη πάνω σε μια παπαρούνα
Το θάρρος κρεμασμένο σ ένα καρφί, όπως το άσπρο πουκάμισο
το ψωμί ζυμωμένο απ την Μάνα μου


--μου φάνηκε ότι ψες περπατούσε δίπλα, στην πινακωτή στην βορεινή πλευρά της αυλής---

Το κουράγιο τυλιγμένο σε πετσέτα λευκή, υφασμένη σε παλιό αργαλειό
Ένα λεμόνι, σωριασμένο ανάσκελα, στο φως, στο περβάζι
Ένα ποτήρι οίνου, ραγισμένο, με φυτεμένο θυμάρι να τεντώνει τις εύθραυστες ρίζες του.
Από την κρεμασμένη μικρή αράχνη στην πάνω γωνία στο δοκάρι και τα παιδιά να μην την μαρτυράνε


------Η Άνοιξη χωρά όλα τα ζωντανά-----

Το κελάηδημα του κορυδαλλού -θραύσμα χιονιού...
Μα περισσότερο την Άνοιξη την θυμάμαι
από το κλάμα στο ορθάνοιχτο παραθύρι
τη στιγμή της στάχτης
Βλέπεις, το κάρβουνο καίει πολλές φορές το μάτι"

(απόσπασμα) από "Ανοιξη , όπως το κάρβουνο στα δυό σου μάτια" (άννα στάικου)




https://youtu.be/-tUIamhwvno?si=56EElOcAZagJgIO1



Πηγή: ΑΣτάικου Ανάρτηση: ΑΣτάικου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

~~ΑΛΦΑ FLASH

Πηγή: ΑΣτάικου Ανάρτηση: ΑΣτάικου