Αννα Αχμάτοβα
Η Αχμάτοβα γεννήθηκε διαφορετική.
φακίδες, αρκουδάκια ή κουκλίτσες,
καλούς μπαρμπάδες, θείτσες αγαθές,
αγαπημένες φίλες στα παιχνίδια...
Από την αρχή φαινόμουν στον εαυτό μου
σαν ξένο όνειρο, σαν παραμιλητό
ή αντανάκλαση σ' έναν καθρέφτη,
χωρίς αιτία, όνομα και σάρκα...» θα γράψει στις Βόρειες Ελεγείες το 1945, 56 χρονών πια, για τις απαρχές της ζωής της έως και το γάμο.
από το ποίημα "δίχως ήρωα"
της Άννας Αχμάτοβα
………………………………..
… κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά ….
Marche funebre …
Σοπέν…
Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνκα
Η Άννα Αχμάτοβα γεννήθηκε στο Μπολσόι Φοντάν (Большой Фонтан), κοντά στην Οδησσό, στις 23 Ιουνίου του 1889. Ο πατέρας της Αντρέι Αντόνοβιτς Γκορένκο (απεβ. 1915) ήταν ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος στο ναυτικό. Οι γονείς της μετακόμισαν στην Αγία Πετρούπολη λόγω υπηρεσιακής μετάθεσης του πατέρα της. Εκεί έζησαν οι γονείς της μέχρι το διαζύγιό τους το 1905.
Η Αχμάτοβα μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον προνομιούχο και μια κουλτούρα αριστοκρατική. Πέρασε τα μαθητικά της χρόνια στο κλασικό περιβάλλον του γυμνασίου στο Τσάρσκογιε Σελό (Ца́рское Село́), ενώ αποφοίτησε από το λύκειο «Φουντουκλέγιεφ» στο Κίεβο, όπου την είχε στείλει η μητέρα της μετά το χωρισμό των γονέων της. Κατόπιν φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου. Στα νεανικά της χρόνια διάβασε και επηρεάστηκε από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ιδιαίτερα από τους Σκανδιναβούς συγγραφείς.
Ενώ συνέχιζε ακόμη τις νομικές και φιλολογικές σπουδές της παντρεύτηκε τον Απρίλιο του 1910 τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ και έγινε μέλος στη λογοτεχνική ομάδα της Αγίας Πετρούπολης «Συντεχνία των Ποιητών» (Zech poetow), λίκνου του κινήματος του «ακμεϊσμού», του οποίου πρωτοστάτης και θεωρητικός ήταν ο Γκουμιλιόφ (Гумилёв).
Η συμβίωσή της με τον Γκουμιλιόφ άρχισε να γίνεται τελείως συμβατική. Στο γαμήλιο ταξίδι του ζευγαριού στο Παρίσι, η νεόνυμφη Αχμάτοβα κάνει τη γνωριμία της με το νεαρό ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι, με τον οποίο έμελλε αργότερα να ζήσει ένα θυελλώδη έρωτα.
Τον Αύγουστο του 1918, η Αχμάτοβα στα τριάντα χρόνια της παίρνει διαζύγιο από τον Γκουμιλιόφ, ο οποίος εκτελέστηκε από το σοβιετικό καθεστώς το 1921 ως «εχθρός του λαού», ενώ η Αχμάτοβα είχε αποκτήσει μαζί του το 1912 ένα γιο, τον Λεβ Γκουμιλιόφ. Πολύ σύντομα, ξαναπαντρεύτηκε τον εξέχοντα ασσυριολόγο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης Βλαντιμίρ Σιλέϊκο (Влади́мир Шиле́йко , 1891 – 1930), μεγαλύτερό της σε ηλικία, αλλά και ο δεύτερος αυτός γάμος διαλύθηκε το 1921.
Η Αχμάτοβα, αφού πήρε το διαζύγιό της από τον Σιλέϊκο, παντρεύτηκε για τρίτη φορά το 1923 τον Νικολάι Πούνιν (Николай Пунин, 1888 – 1953), ιστορικό τέχνης, ο οποίος πέθανε στα σταλινικά γκουλάγκ το 1953. Και ο γιος της Λεβ Γκουμιλιόφ καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία, απ’ όπου απελευθερώθηκε οριστικά το 1956.
Με την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, η Αχμάτοβα αντιστέκεται στον πειρασμό της αποδημίας. Η σταλινική όμως τρομοκρατία με συνεχείς διώξεις, εξορίες, εξευτελισμούς και απαγορεύσεις κυκλοφορίας των έργων της, αν και δεν επηρέασαν την ποιητική δημιουργία της, κλόνισαν σημαντικά την κατάσταση της υγείας της, δεδομένου ότι έπασχε από συνεχή κρούσματα φυματίωσης.
Η απήχηση που έβρισκαν τα ποιήματά της στο κοινό ανησυχούσαν το κομμουνιστικό κόμμα. Τον Αύγουστο του 1946, ύστερα από εισήγηση του αρμοδίου για τον πολιτισμό γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Αντρέι Ζντάνοφ (Андре́й Жда́нов), η Αχμάτοβα καταγγέλθηκε ενώπιον των μελών της Ένωσης Συγγραφέων ως «ιδεολογικός αποδιοργανωτής και εκπρόσωπος του αντιδραστικού σκοταδισμού» και διαγράφηκε από την Ένωση Συγγραφέων, όπου μόνο μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν ( 1953) αποκαταστάθηκε.
Στις 5 Μαρτίου 1966, η Αχμάτοβα άφησε την τελευταία της πνοή από έμφραγμα σε ηλικία 76 ετών σε ένα σανατόριο στην πόλη Ντομοντέντοβο (Домодедово), νότια της Μόσχας, η σορός της μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Αγία Πετρούπολη (τότε Λένινγκραντ) και ετάφη στο κοιμητήριο του Κομαρόβο (Комаро́во), κοντά στην Αγία Πετρούπολη.
Το 1965 απονέμεται στην Αχμάτοβα ο τίτλος της επίτιμης διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ η UNESCO κήρυξε το έτος 1989 «Έτος Αχμάτοβα».
Η Άννα Αχμάτοβα στέκει στον 20ο αιώνα χώρια από όλους τους άλλους ποιητές της Ρωσίας, όπως στεκόταν ένα αιώνα πριν από αυτήν, τον 19ο και ο Αλέξανδρος Πούσκιν.
Υπήρχαν και άλλοι πολύ μεγάλοι ποιητές συνομήλικοί και συνάδελφοί της, όπως πρώτος και καλύτερος ο πρώτος συζυγός της Νικολάι Γκουμιλιόφ, όπως ο Αλέξανδρος Μπλοκ, τον οποίον, όπως και τον Πούσκιν αποκαλούσαν «Ήλιο της ρωσικής ποίησης», όπως ο Όσιπ Μάντελσταμ, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, ο Μπορίς Πάστερνακ...
Στεκόταν πάνω από τις σχολές, πάνω από την κοινωνία, πάνω από την εποχή της.
Η ποίησή της είναι διαχρονική, εκτός τόπου και χρόνου.
Το μυστικό της ποίησής της, κρύβεται στο γεγονός, ότι ήταν απολύτως κατανοητή, οι στίχοι της απευθύνονταν εξίσου σε διανοούμενους και πλύστρες, σε ανθρώπους καλής κοινωνίας και στο περιθώριο. Απλοί, με καθημερινές μεταφορές και καθημερινά επίθετα, σαν ενδοφλέβιο φάρμακο, που δρά άμεσα και αποτελεσματικά.
Η Αχμάτοβα θα μπορούσε να είχε φύγει από τη Ρωσία, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι καλλιτέχνες με το ξέσπασμα της κόκκινης τρομοκρατίας μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά δεν έφυγε. Την απόφασή της η ίδια η ποιήτρια εξήγησε πολύ απλά, όπως μιλούσε και έγραφε πάντα, ακόμα το 1928 στον βιογράφο της, Πάβελ Λουκνίτσκι:
«Υπάρχουν δύο εκδοχές, είπε τότε: είτε όλοι έφυγαν, είτε όλοι έμειναν.
Εκδοχή πρώτη.. Όλοι έφυγαν. Δεν υπάρχει Ερμιτάζ, οι πίνακες του Ρέμπραντ αντικαθιστούν τα τραπεζομάντηλα και τα χαλάκια, γιατί δεν υπάρχει κανείς να εξηγήσει τι αντιπροσωπεύουν. Τα Χειμερινά Ανάκτορα ένας σωρός από στάχτες, εκεί μένουν οι άστεγοι. Απόλυτο χάος. Οι ξένοι δεν θα επέμβαιναν - θα περίμεναν, πιστεύοντας ότι βρέθηκαν μπροστά στη Νέα Αμερική, την οποία θα ανακαλύψουν και θα τεμαχίσουν.
Εκδοχή δεύτερη. Κανείς δεν έφυγε. Θα υπήρχε η κοινή γνώμη, που σήμερα δεν υπάρχει γιατί έμειναν λίγοι. Διαφορετικά, θα υποχρεούνταν να την υπολογίζουν. Όσοι έφυγαν, έσωσαν τη ζωή τους. Ίσως και την περιουσία τους, αλλά εγκλημάτησαν απέναντι στη Ρωσία... Αν δεν έφευγαν οι περισσότεροι καθηγητές, το επίπεδο εκπαίδευσης της νεολαίας θα ήταν υψηλότερο και οι νέοι θα μπορούσαν να διαδεχθούν τους παλιούς...».
1957 στον πρόλογό της για το Ρέκβιεμ, η Αχμάτοβα θα γράψει:
«Στα φρικαλέα χρόνια του Εζόφ (1936-1938) πέρασα 17 μήνες στις ουρές των φυλακών στο Λένινγκραντ. Μια μέρα κάποιος με αναγνώρισε. Και τότε μια γυναίκα, που στεκόταν πίσω μου, με μπλε χείλη, η οποία μέχρι τότε δεν έχει ξανακούσει το ονομά μου, βγήκε από την χαρακτηριστική για όλους μας καταληψία, και με ρώτησε στ’ αφτί (όλοι μας μιλούσαμε ψιθυριστά εκεί): «Θα μπορούσατε να το περιγράψετε όλο αυτό;» Κι εγώ απάντησα: «Ναι, θα μπορούσα.». Και τότε ένα χαμόγελο γλίστρησε στη μάσκα, που κάποτε ήταν το προσωπό της»...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου