Μίλτος Σαχτούρης και Επαμεινώνδας Γονατάς
Θα μας διώξουν | Ε. Χ. Γονατάς / Μίλτος Σαχτούρης, 1963
Γράμμα στον Μίλτο Σαχτούρη
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα σ’ αυτό το άθλιο θαλασσοχώρι. Δεν ξέρω αν πρέπει να φύγω ή να μείνω. Δεν θυμάμαι πότε ήρθα κι από πού. Ίσως να ’χω περάσει ολόκληρη ζωή εδώ. Ένα μικρό παιδί κουρελιάρικο μου γνέφει απ’ το φεγγίτη να σταματήσω. «Τι να σταματήσω;» του λέω, σηκώνοντας το κεφάλι τόσο ψηλά που παρά λίγο να κυλήσει στην πλάτη μου. Κάθομαι πάνω σ’ ένα αμόνι και τα πόδια μου κρέμονται κίτρινα κι αδύνατα ως το πάτωμα· δε θέλω να τα βλέπω γιατί άμα τα βλέπω με πιάνει τρεμούλα ότι έγινα πρόβατο. Γύρω μου παντού γυαλίζουν κομμάτια ντενεκέδες, σβησμένα κάρβουνα και τρίμματα, τρίμματα ψιλά σίδερο. Το παιδί μού δείχνει το μικρό μουσικό όργανο που έχω στα γόνατά μου και το χαϊδεύω. Για φαντάσου, δεν το πρόσεξα! Είναι κατακίτρινο και μακρουλό σαν πεπόνι· το ’χω φτιάξει ο ίδιος με τα χέρια μου.
«Μην παίζεις» μου ψιθυρίζει σιγά κι απ’ τα μάτια του στάζουν βροχή τα δάκρυα πάνω στα κάρβουνα. «Ακούγεσαι δίπλα στο μαγαζί. Δεν καταλαβαίνεις πως θα μας διώξουν;»
(Κυριακάτικη Ωδή στον Επαμεινώνδα Γονατά
Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (Αθήνα, 1924 – Αθήνα, 25 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας ποιητής και διηγηματογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος διακρίθηκε κυρίως ως «λογοτέχνης του παράδοξου».)
Θα μας διώξουν | Ε. Χ. Γονατάς / Μίλτος Σαχτούρης, 1963
Γράμμα στον Μίλτο Σαχτούρη
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα σ’ αυτό το άθλιο θαλασσοχώρι. Δεν ξέρω αν πρέπει να φύγω ή να μείνω. Δεν θυμάμαι πότε ήρθα κι από πού. Ίσως να ’χω περάσει ολόκληρη ζωή εδώ. Ένα μικρό παιδί κουρελιάρικο μου γνέφει απ’ το φεγγίτη να σταματήσω. «Τι να σταματήσω;» του λέω, σηκώνοντας το κεφάλι τόσο ψηλά που παρά λίγο να κυλήσει στην πλάτη μου. Κάθομαι πάνω σ’ ένα αμόνι και τα πόδια μου κρέμονται κίτρινα κι αδύνατα ως το πάτωμα· δε θέλω να τα βλέπω γιατί άμα τα βλέπω με πιάνει τρεμούλα ότι έγινα πρόβατο. Γύρω μου παντού γυαλίζουν κομμάτια ντενεκέδες, σβησμένα κάρβουνα και τρίμματα, τρίμματα ψιλά σίδερο. Το παιδί μού δείχνει το μικρό μουσικό όργανο που έχω στα γόνατά μου και το χαϊδεύω. Για φαντάσου, δεν το πρόσεξα! Είναι κατακίτρινο και μακρουλό σαν πεπόνι· το ’χω φτιάξει ο ίδιος με τα χέρια μου.
«Μην παίζεις» μου ψιθυρίζει σιγά κι απ’ τα μάτια του στάζουν βροχή τα δάκρυα πάνω στα κάρβουνα. «Ακούγεσαι δίπλα στο μαγαζί. Δεν καταλαβαίνεις πως θα μας διώξουν;»
(Κυριακάτικη Ωδή στον Επαμεινώνδα Γονατά
Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς (Αθήνα, 1924 – Αθήνα, 25 Μαρτίου 2006) ήταν Έλληνας ποιητής και διηγηματογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος διακρίθηκε κυρίως ως «λογοτέχνης του παράδοξου».)
____________________________
Ε. ΓΟΝΑΤΑΣ
«…εγώ δεν είμαι λογοτέχνης, είμαι καλλιτέχνης… δεν είμαι ποιητής αλλά έχω ποιητική συνείδηση… δεν μ’ αρέσει το εγκεφαλικό στην τέχνη αναζητώ το διφορούμενο… το όνειρο είναι η πραγματικότητα από την ανάποδη…»
(συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη, «Τα Νέα» 04.06.94)
«…δεν είμαι του φανταστικού συγγραφέας… δεν είμαι συγγραφέας ούτε του εξαιρετικού, είμαι συγγραφέας της εξαίρεσης».
(συνέντευξη στην Αναστασία Νατσινά, «Διαβάζω», 2003)
_____________________________________________
Επαμεινώνδας Γονατάς
Στην κριτική, η οποία τον αντιμετωπίζει αμήχανα, -οι «ενστάσεις» που επανέρχονται στα κείμενα των κριτικών σχετικά με το έργο του Γονατά, έχουν κυρίως να κάνουν με τις καταβολές του έργου του και με την αδυναμία της ειδολογικής κατάταξής του-, επανέρχεται συχνά ως διακριτικός. Η εικόνα του αυτή οφείλεται όχι στην απαξίωση του λογοτεχνικού μεγέθους του, αλλά στην συνεπή αποχή από την τρέχουσα δηµοσιότητα, που τήρησε· σε όλη του τη ζωή έδωσε μόνο τρεις συνεντεύξεις. Ο ποιητής επέλεξε την αφάνεια, επειδή δεν τον ενδιέφερε η δημοσιότητα, αλλά η επικοινωνία. Η ανάγκη του ως δημιουργού να διεκδικήσει την ταυτότητά του, την δική του ταυτότητα με πραγματική δημιουργία έξω από λογοτεχνικές συμβάσεις, ξαναβάζει στην ποίηση αυτό που θέλησαν να αγνοήσουν κάποιοι και να υποβαθμίσουν: το ήθος σαν στάση ζωής.
από ΑΣΣΟΔΥΟ
Στην κριτική, η οποία τον αντιμετωπίζει αμήχανα, -οι «ενστάσεις» που επανέρχονται στα κείμενα των κριτικών σχετικά με το έργο του Γονατά, έχουν κυρίως να κάνουν με τις καταβολές του έργου του και με την αδυναμία της ειδολογικής κατάταξής του-, επανέρχεται συχνά ως διακριτικός. Η εικόνα του αυτή οφείλεται όχι στην απαξίωση του λογοτεχνικού μεγέθους του, αλλά στην συνεπή αποχή από την τρέχουσα δηµοσιότητα, που τήρησε· σε όλη του τη ζωή έδωσε μόνο τρεις συνεντεύξεις. Ο ποιητής επέλεξε την αφάνεια, επειδή δεν τον ενδιέφερε η δημοσιότητα, αλλά η επικοινωνία. Η ανάγκη του ως δημιουργού να διεκδικήσει την ταυτότητά του, την δική του ταυτότητα με πραγματική δημιουργία έξω από λογοτεχνικές συμβάσεις, ξαναβάζει στην ποίηση αυτό που θέλησαν να αγνοήσουν κάποιοι και να υποβαθμίσουν: το ήθος σαν στάση ζωής.
από ΑΣΣΟΔΥΟ
____________________________________________________
Επαμεινώνδας Γονατάς
Ανεβαίνοντας το λόφο αντίκρισα στον ορίζοντα τις ατέλειωτες πλούσιες φυλλωσιές του δάσους, που τις λίκνιζε ο άνεμος. Δεν ένιωσα όμως καμιά δροσιά στην ψυχή μου. Φτάνοντας στην κορφή παρατήρησα πως ο λόφος κι από την άλλη μεριά ήταν ολότελα γυμνός. Σ’ όλη την έκταση γύρω ούτε ένας κορμός δέντρου. Μόνο στον ουρανό πλέανε αθόρυβα τα φύλλα, τα αμέτρητα πράσινα φύλλα πού είχα δει από μακριά, σα δίχτυα κρεμασμένα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Τρέμανε όλα μαζί στον αέρα, μα δε σκόρπιζαν, όπως τ’ αστέρια, μ’ όλο πού κανένα κλαδί, κανένα κοτσάνι δεν τα βαστούσε.
Δεν κρατήθηκα. «Και πώς ξεκουράζονται εκεί τα πουλιά;», είπα.
«Σ’ αυτά τα δέντρα έρχονται μόνο οι σκιές των πουλιών να καθίσουν», μου εξήγησαν ήσυχα με μια φωνή οι δύο άγνωστοι που με συντροφεύαν […]
---------------------------------
φωτό Сергей Шалыгин



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου