Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2024

2020 Λόγιον





ο,τι και να πεις
ό,τι και να σκεφτείς
οποια συλλαβή κατρακυλά στην γλώσσα
όποιο όνειρο φευγαλέο τροχιοδρομήσει το αέρινο στήθος
όποια πρόταση κτιστεί  στον παράξενο εγκέφαλο
όλα κατρακυλούν και χάνονται στο πεζοδρόμια
ὀλα,
εκτός εαν τα θεμέλια τους
χάνονται στο βάθος της άρνησης για εξομοίωση με όποιον
βάναυσα αδικεί τον άλλον
...........................................
κι όμως όλα έχουν ειπωθεί και όλα έχουν γραφεί
ο δρόμος της καρδιάς είναι προσωπική ιστορία
...........................................άκλιτον


φωτό Saul Leiter

___________________________________________________





Κωστής Μοσκώφ

"Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΪΠΕΣ"

"Ο έρωτας", είπες,
"αυτός μόνο καρφώνει έξω απ' τον Καιρό
την Μνήμη"
-- φτάνει στην Πάργα των τσιγγάνων,
φτάνει στην Παραμυθιά των ατίθασων
Τσάμηδων,
-- φτάνει στους τσόγλανους του Σαββατόβραδου
στα Γιάννενα, στην λίμνη...
"Τα μάτια σου είναι δυο σύννεφα"
-- δύο σύννεφα που δεν ξέρουν
πώς να γίνουνε βροχή...

Λόφοι γυμνοί ωχρής βραδιάς σελήνης
την ώρα που ξυπνούν οι πρόγονοι
στο θρόισμα του ανέμου...
"Ο λαός μου κρατάει μαχαίρια που καιν»
η ζωή του έχει γίνει στάχτη
από τα χρόνια του Ομήρου
-- "γυναίκες που ουρλιάζουν πασχίζοντας
να πουν τα λόγια του έρωτα"
άντρες που πολεμούν
πειθόμενοι στα ρήματα θεών
ή των δαιμόνων...
"Κλαίμε στα πανηγύρια γύρω από αρχαίους στοχασμούς...
Άφησα τους συντρόφους άταφους
πηκτός άνεμος σκεπάζει τώρα το κορμί τους
έμεινα μόνος
ολόκληρος για να σε σκέφτομαι..."
Κατεβαίνω τις στενές κοιλάδες του Γράμμου
-- βιάζομαι
να σκεπάσω
με το πανωφόρι του Έρωτα
την άρρωστή μας Επανάσταση

__________________________________________________



Κώστας Καρυωτάκης
ΚΑΘΑΡΣΙΣ
Βέβαια. Ἔπρεπε νὰ σκύψω μπροστὰ στὸν ἕνα καί, χαϊδεύοντας ἡδονικὰ τὸ μαῦρο σεβιότ -πάφ, πάφ, πάφ, πάφ-, «ἔχετε λίγη σκόνη» νὰ εἴπω «κύριε Ἄλφα».
Ὕστερα ἔπρεπε νὰ περιμένω στὴ γωνιά, κι ὅταν ἀντίκριζα τὴν κοιλιὰ τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ θά ῾χα ἐπὶ τόσα χρόνια παρακολουθήσει τὰ αἰσθήματα καὶ τὸ σφυγμό της, νὰ σκύψω ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ νὰ ψιθυρίσω ἐμπιστευτικά: «Ἄχ, αὐτὸς ὁ Ἄλφα, κύριε Βῆτα...»
Ἔπρεπε πίσω ἀπὸ τὰ γυαλιὰ τοῦ Γάμμα, νὰ καραδοκῶ τὴν ἱλαρὴ ματιά του. Ἂν μοῦ τὴν ἐχάριζε, νὰ ξεδιπλώσω τὸ καλύτερο χαμόγελό μου καὶ νὰ τὴ δεχθῶ ὅπως σὲ μανδύα ἱππότου ἕνα βασιλικὸ βρέφος. Ἂν ὅμως ἀργοῦσε, νὰ σκύψω γιὰ τρίτη φορὰ γεμάτος συντριβὴ καὶ ν᾿ ἀρθρώσω: «Δοῦλος σας, κύριέ μου».
Ἀλλὰ πρῶτα πρῶτα ἔπρεπε νὰ μείνω στὴ σπεῖρα τοῦ Δέλτα. Ἐκεῖ ἡ λῃστεία γινόταν ὑπὸ λαμπρούς, διεθνεῖς οἰωνούς, μέσα σὲ πολυτελῆ γραφεῖα. Στὴν ἀρχὴ δὲν θὰ ὑπῆρχα. Κρυμμένος πίσω ἀπὸ τὸν κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θὰ ὀσφραινόμουν. Θὰ εἶχα τρόπους λεπτούς, ἀέρινους. Θὰ ἐμάθαινα τὴ συνθηματική τους γλῶσσα. Ἡ ψαῦσις τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τῆς χωρίστρας θὰ ἐσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ἕνα ἐπίμονο τίναγμα τῆς στάχτης τοῦ πούρου θὰ ἔλεγε: «σύμφωνος». Θὰ ἐκέρδιζα τὴν ἐμπιστοσύνη ὅλων. Καί, μιὰ μέρα, ἀκουμπώντας στὸ κρύσταλλο τοῦ τραπεζιοῦ μου, θὰ ἔγραφα ἐγὼ τὴν ἀπάντηση: «Ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός μας, κύριε Εἰσαγγελεῦ...»
Ἔπρεπε νὰ σκύψω, νὰ σκύψω, νὰ σκύψω. Τόσο ποὺ ἡ μύτη μου νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴ φτέρνα μου. Ἔτσι βολικὰ κουλουριασμένος, νὰ κυλῶ καὶ νὰ φθάσω.
Κανάγιες!
Τὸ ψωμὶ τῆς ἐξορίας μὲ τρέφει. Κουροῦνες χτυποῦν τὰ τζάμια τῆς κάμαράς μου. Καὶ σὲ βασανισμένα στήθη χωρικῶν βλέπω νὰ δυναμώνει ἡ πνοὴ ποὺ θὰ σᾶς σαρώσει.
Σήμερα ἐπῆρα τὰ κλειδιὰ κι ἀνέβηκα στὸ ἑνετικὸ φρούριο. Ἐπέρασα τρεῖς πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπὰ τείχη, μὲ ριγμένες ἐπάλξεις. Ὅταν βρέθηκα μέσα στὸν ἐσωτερικό, τρίτο κύκλο, ἔχασα τὰ ἴχνη σας. Κοιτάζοντας ἀπὸ τὶς πολεμίστριες, χαμηλά, τὴ θάλασσα, τὴν πεδιάδα, τὰ βουνά, ἔνιωθα τὸν ἑαυτό μου ἀσφαλῆ. Ἐμπήκα σ᾿ ἐρειπωμένους στρατῶνες, σὲ κρύπτες ὅπου εἶχαν φυτρώσει συκιὲς καὶ ροδιές. Ἐφώναζα στὴν ἐρημία. Ἐπερπάτησα ὁλόκληρες ὧρες σπάζοντας μεγάλα, ξερὰ χόρτα. Ἀγκάθια κι ἀέρας δυνατὸς κολλοῦσαν στὰ ροῦχα μου. Μὲ ἧβρε ἡ νύχτα...

___________________________________________________________



Κωστής Μοσκώφ
"ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ"
Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Aλιάκμονα, τον σφοδρό Bαρδάρη
- οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ' αγαπώ.




Πηγή: ΑΣτάικου Ανάρτηση: ΑΣτάικου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

~~ΑΛΦΑ--ΤΑΞΕΙΔΙΟΝ

σπαρταρά το φως  τυφλωμένα νέφη  ανθρώπινα χέρια σπρώχνουν πετούμενα να περάσουν  στο φως να βρουν τους τόπους που,  σπόροι θρέψης  στις εκσ...