Πὸλις φλεγμαὶνουσα
Σαράντος Καργάκος
Ημερομηνία: 17/10/2015
Προσωπική ἂποψη ἐκφράζω καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐμμονή νὰ τὴν ἐπιβὰλω. Φρονῶ δηλαδὴ ὃτι ἡ μεταδικτατορικὴ μας δημοκρατὶα εἶναι μιὰ χωλαὶνουσα, ἀνάπηρη δημοκρατία καὶ γι’ αὐτό δημιούργησε, ὃπως θὰ ἔλεγε ὁ Πλὰτων, μιὰ «φλεγμαὶνουσα» κοινωνὶα. Δὲν ἔχουμε μὸνο κρὶση - κὰτι πού ἦταν ἀναπόφευκτο - ἔχουμε σήψη.
Οἱ ἐπιλογές ὅλων τῶν μεταπολιτευτικῶν κυβερνὴσεων σπανὶως ἦσαν σωστὲς. Στηριχθὴκαμε κυρὶως σὲ ξὲνες πλὰτες καὶ ζήσαμε ἐπί μὶα 20ετὶα καὶ πλὲον σὲ μὶα ψευδὴ κατὰσταση, σὲ μιὰ πλαναὶσθηση εὐημερίας καὶ ξεχάσαμε τὴ σοφὶα τῆς βυζαντινῆς παροιμὶας: «Οὐαὶ τῷ μή τοῑς ἰδὶοις ὄνυξι ξυομὲνῳ». Ξεχὰσαμε ἀκόμη, μὲσα στὴν ἔπαρση τῆς ματαιοδοξίας μας, καὶ αὐτό ποὺ εἶχε πεῑ ὁ Ναπολὲων: «Ἡ ἀπὸσταση ἀνάμεσα στὸ μεγαλεῑο καὶ στὸ γελοῖο εἶναι μὸλις ἓνα βῆμα»! Σὴμερα ἀκόμη καὶ στὴν Ἀλβανία εἴμαστε καταγέλαστοι. Ζὴσαμε ἓνα «Σὺνδρομο Ἐλπήνορος» καὶ τὸ πληρὼσαμε βαριὰ.
Θυμὶζω ὃτι ὁ Ἐλπήνωρ ἦταν στὸ «τσοῦρμο» τοῡ Ὀδυσσὲα ποὺ ἡ Κὶρκη μεταμὸρφωσε σὲ χοὶρους. Ὃταν ἐδέησε ἡ μὰγισσα νὰ δὼσει στοὺς ναῦτες ἀνθρώπινη μορφή, καὶ ἄρχισε ἡ προετοιμασὶα γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ, ὁ Ἐλπήνωρ τὸ ’ριξε στὸ κρασὶ. Ἀλλ’ «οἰνοβαρέων», ὃπως λὲει ὁ Ὃμηρος (κ 552) ἔπεσε ἀπό τὴ στὲγη ποὺ κοιμὸταν, ἔσπασε τὸν αὐχὲνα του καὶ ἐξὲπνευσε.
Μὲ τὸν ὅρο «Σὺνδρομο Ἐλπήνορος» δηλὼνουμε τὴ μετάβαση ἀπό μιὰ κατὰσταση σέ ἄλλη, ἄκρως δυσάρεστη, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθανόμαστε. Ἡ πορεὶα μας μὲσα στὴν εὐφημιστικὰ ὀνομαζόμενη Ἑνωμὲνη - μὲ UHU - Εὐρὼπη ἔμοιαζε καὶ μοιὰζει μὲ τὴν πορεὶα στὸ ἐχθρικά ἄγνωστο ἔδαφος τῆς Ἀνατολὶας τοῡ φοβεροῡ πολεμιστῆ Δημὴτριου Πολιορκητῆ. Μὲχρι ποὺ ἕνα πρωί οἱ ἐξαντλημὲνοι στρατιῶτες τους τοῦ κολλὴσανε στὴ σκηνὴ μιὰ ἐπιγραφή ποὺ εἶναι παραλλαγὴ ἑνός γνωστοῡ στίχου τοῡ Σοφοκλῆ: «Τέκνον τυφλοῡ γὲροντος Ἀντιγὸνου, τὶνας χὠρας ἀφίγμεθα;» (Γυιὲ τοῡ τυφλοῡ γὲροντα Ἀντιγὸνου, σὲ ποιὲς χῶρες ἔχουμε φθάσει;). Ὡς γνωστὸν, ὁ Ἀντίγονος ἦταν μονόφθαλμος καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομαζόταν καὶ... Κὺκλωψ!
Αὐτὴ τὴ στιγμή δὲν ξὲρουμε ποῦ βρισμόμαστε καὶ πρὸς τὰ ποῡ νὰ πορευθοῦμε. Δὲν ἔχουμε σταθερή πορεία πλεὺσεως. Θαλασσοδερνὸμαστε σὰν τὰ πλοῑα τοῡ Ὀδυσσέα. Σὲ αὐτὴ τὴ χαὠδη κατάσταση ὅπου βρεθὴκαμε, τοῦτο τολμῶ νὰ προτείνω: ἀφοῡ φὰγαμε τὸ λωτὸ καὶ ξεχὰσαμε ποιοὶ εἴμαστε καὶ ποιᾶς χὼρας τὲκνα εἴμαστε, εἶναι καιρὸς νὰ πορευθοῡμε πρὸς τὸν ἑαυτὸ μας. Νὰ ξαναβροῡμε τὴν πρὼτη μας σὺσταση. Νὰ πάψουμε νὰ εἴμαστε ἀπολειφὰδια τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς.
Μπορεῑ ἡ οἰκονομὶα μας νὰ κατὲρρευσε ἀλλ’ ἀλὶμονο ἄν μὲσα στὴν ψυχὴ μας καταρρεὺσει ἡ ἐλπὶδα ἐπιστροφῆς στὴν Ἰθάκη. Ἡ Ἰθάκη δὲν εἶναι ἓνας γεωγραφικὸς χῶρος, εἶναι ἓνα σὺστημα ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν ποὺ συνθέτουν τὸν ὃρο Ἑλλὰς. Τὴν Ἑλλάδα δὲν τὴν εἶδα ποτὲ σὰν γεωγραφικό ἔδαφος, οὔτε σὰν ἄθροισμα ἀνθρώπων. Τὴν εἶδα καὶ τὴν βλὲπω σὰν ἰδέα, ὂχι ὅμως ἰδέα μεταφυσική. Τὴ βλὲπω σὰν ἰδέα τοῡ σωστοῡ ἀνθρώπου, τοῡ ἀνθρώπου ποὺ ξὲρει τὸ «μετὰ φιλοσοφίας ζῆν». Μέχρι πρὸσφατα εἴμαστε ἕνας φιλοσοφημένος λαὸς. Οἱ πατέρες καὶ οἱ παπποῡδες μας μπορεῑ νὰ μὴν ἤξεραν γρὰμματα, ἀλλ’ εἶχαν φιλοσοφία ζωῆς, ποὺ ἦταν πλοῡτος μυαλοῡ και ψυχῆς. Τὸ νὰ πλουτὶσεις κατὰ τσὲπη, δὲν ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ξεπὲσεις.
Σαράντος Καργάκος
Ημερομηνία: 17/10/2015
Προσωπική ἂποψη ἐκφράζω καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐμμονή νὰ τὴν ἐπιβὰλω. Φρονῶ δηλαδὴ ὃτι ἡ μεταδικτατορικὴ μας δημοκρατὶα εἶναι μιὰ χωλαὶνουσα, ἀνάπηρη δημοκρατία καὶ γι’ αὐτό δημιούργησε, ὃπως θὰ ἔλεγε ὁ Πλὰτων, μιὰ «φλεγμαὶνουσα» κοινωνὶα. Δὲν ἔχουμε μὸνο κρὶση - κὰτι πού ἦταν ἀναπόφευκτο - ἔχουμε σήψη.
Οἱ ἐπιλογές ὅλων τῶν μεταπολιτευτικῶν κυβερνὴσεων σπανὶως ἦσαν σωστὲς. Στηριχθὴκαμε κυρὶως σὲ ξὲνες πλὰτες καὶ ζήσαμε ἐπί μὶα 20ετὶα καὶ πλὲον σὲ μὶα ψευδὴ κατὰσταση, σὲ μιὰ πλαναὶσθηση εὐημερίας καὶ ξεχάσαμε τὴ σοφὶα τῆς βυζαντινῆς παροιμὶας: «Οὐαὶ τῷ μή τοῑς ἰδὶοις ὄνυξι ξυομὲνῳ». Ξεχὰσαμε ἀκόμη, μὲσα στὴν ἔπαρση τῆς ματαιοδοξίας μας, καὶ αὐτό ποὺ εἶχε πεῑ ὁ Ναπολὲων: «Ἡ ἀπὸσταση ἀνάμεσα στὸ μεγαλεῑο καὶ στὸ γελοῖο εἶναι μὸλις ἓνα βῆμα»! Σὴμερα ἀκόμη καὶ στὴν Ἀλβανία εἴμαστε καταγέλαστοι. Ζὴσαμε ἓνα «Σὺνδρομο Ἐλπήνορος» καὶ τὸ πληρὼσαμε βαριὰ.
Θυμὶζω ὃτι ὁ Ἐλπήνωρ ἦταν στὸ «τσοῦρμο» τοῡ Ὀδυσσὲα ποὺ ἡ Κὶρκη μεταμὸρφωσε σὲ χοὶρους. Ὃταν ἐδέησε ἡ μὰγισσα νὰ δὼσει στοὺς ναῦτες ἀνθρώπινη μορφή, καὶ ἄρχισε ἡ προετοιμασὶα γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ, ὁ Ἐλπήνωρ τὸ ’ριξε στὸ κρασὶ. Ἀλλ’ «οἰνοβαρέων», ὃπως λὲει ὁ Ὃμηρος (κ 552) ἔπεσε ἀπό τὴ στὲγη ποὺ κοιμὸταν, ἔσπασε τὸν αὐχὲνα του καὶ ἐξὲπνευσε.
Μὲ τὸν ὅρο «Σὺνδρομο Ἐλπήνορος» δηλὼνουμε τὴ μετάβαση ἀπό μιὰ κατὰσταση σέ ἄλλη, ἄκρως δυσάρεστη, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθανόμαστε. Ἡ πορεὶα μας μὲσα στὴν εὐφημιστικὰ ὀνομαζόμενη Ἑνωμὲνη - μὲ UHU - Εὐρὼπη ἔμοιαζε καὶ μοιὰζει μὲ τὴν πορεὶα στὸ ἐχθρικά ἄγνωστο ἔδαφος τῆς Ἀνατολὶας τοῡ φοβεροῡ πολεμιστῆ Δημὴτριου Πολιορκητῆ. Μὲχρι ποὺ ἕνα πρωί οἱ ἐξαντλημὲνοι στρατιῶτες τους τοῦ κολλὴσανε στὴ σκηνὴ μιὰ ἐπιγραφή ποὺ εἶναι παραλλαγὴ ἑνός γνωστοῡ στίχου τοῡ Σοφοκλῆ: «Τέκνον τυφλοῡ γὲροντος Ἀντιγὸνου, τὶνας χὠρας ἀφίγμεθα;» (Γυιὲ τοῡ τυφλοῡ γὲροντα Ἀντιγὸνου, σὲ ποιὲς χῶρες ἔχουμε φθάσει;). Ὡς γνωστὸν, ὁ Ἀντίγονος ἦταν μονόφθαλμος καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομαζόταν καὶ... Κὺκλωψ!
Αὐτὴ τὴ στιγμή δὲν ξὲρουμε ποῦ βρισμόμαστε καὶ πρὸς τὰ ποῡ νὰ πορευθοῦμε. Δὲν ἔχουμε σταθερή πορεία πλεὺσεως. Θαλασσοδερνὸμαστε σὰν τὰ πλοῑα τοῡ Ὀδυσσέα. Σὲ αὐτὴ τὴ χαὠδη κατάσταση ὅπου βρεθὴκαμε, τοῦτο τολμῶ νὰ προτείνω: ἀφοῡ φὰγαμε τὸ λωτὸ καὶ ξεχὰσαμε ποιοὶ εἴμαστε καὶ ποιᾶς χὼρας τὲκνα εἴμαστε, εἶναι καιρὸς νὰ πορευθοῡμε πρὸς τὸν ἑαυτὸ μας. Νὰ ξαναβροῡμε τὴν πρὼτη μας σὺσταση. Νὰ πάψουμε νὰ εἴμαστε ἀπολειφὰδια τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς.
Μπορεῑ ἡ οἰκονομὶα μας νὰ κατὲρρευσε ἀλλ’ ἀλὶμονο ἄν μὲσα στὴν ψυχὴ μας καταρρεὺσει ἡ ἐλπὶδα ἐπιστροφῆς στὴν Ἰθάκη. Ἡ Ἰθάκη δὲν εἶναι ἓνας γεωγραφικὸς χῶρος, εἶναι ἓνα σὺστημα ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν ποὺ συνθέτουν τὸν ὃρο Ἑλλὰς. Τὴν Ἑλλάδα δὲν τὴν εἶδα ποτὲ σὰν γεωγραφικό ἔδαφος, οὔτε σὰν ἄθροισμα ἀνθρώπων. Τὴν εἶδα καὶ τὴν βλὲπω σὰν ἰδέα, ὂχι ὅμως ἰδέα μεταφυσική. Τὴ βλὲπω σὰν ἰδέα τοῡ σωστοῡ ἀνθρώπου, τοῡ ἀνθρώπου ποὺ ξὲρει τὸ «μετὰ φιλοσοφίας ζῆν». Μέχρι πρὸσφατα εἴμαστε ἕνας φιλοσοφημένος λαὸς. Οἱ πατέρες καὶ οἱ παπποῡδες μας μπορεῑ νὰ μὴν ἤξεραν γρὰμματα, ἀλλ’ εἶχαν φιλοσοφία ζωῆς, ποὺ ἦταν πλοῡτος μυαλοῡ και ψυχῆς. Τὸ νὰ πλουτὶσεις κατὰ τσὲπη, δὲν ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ξεπὲσεις.
_______________________________________________________________
Πέρα και έξω από τον Ιό
υπάρχει ο Άνθρωπος
Στο πρακτικό επίπεδο να προλάβουμε την αντικατάσταή μας από ξένους πληθυσμούς που αδειοδοτούνται από τις πολύχρονες ηγεσίες των περισσότερων χρόνων επικεφαλής της Ελλάδας.
Συμβολικά η αφαίρεση Εθνικού Υμνου, Ελληνικής Σημαίας και των Ιερών Οπλων του 1821 των Ηρώων Οπλαρχηγών,από την Προεδρία της Ελληνικής δημοκρατίας, φανερώνουν την ολική παράδοση της Πατρίδας μας με υπογραφές μαύρες μισελλήνων και απολύτων εχθρών με τον Ελληνισμό
Οποιος αγαπά τον Τόπο του και έχει Μήτρα την Ελληνική Γαστέρα, τότε το άνω τοπίο το αντιλαμβάνεται και το εννοεί
Καιροί ξάστερου Νου ξημερώνουν
Καιροί ξάστεροι για όσους μετέχουν με βούληση και αιτία γενεσιουργού λόγου , στο Ξάστερο Τοπίο
____________________________________________________________________
second year covid
με συναντίληψη ότι το θραύσμα δεν καταφέρεται στο γυαλί
αλλά στον οφθαλμό μας
και με την επίγνωση οτι αποτελεί δίοδο της ζωής
οι περιλήψεις των προηγηθέντων χιλιάδων ετών έχουν περαιωθεί ως αίσθημα
απομένει η όντως πράξη με συναντίληψη φωτός
οι έννοιες απαισιοδοξία ή αισιοδοξία έχουν καταρρεύσει κι ένας σπόγγος αλιευμένος στα θαλάσσια βάθη αποτελεί εις τον μαυροπίνακα το οριστικό delete
ιδου λοιπόν ο καθένας από εμάς με το οφθαλμοφανές κενό όπου καλυπτόταν από τις μαύρες μέχρι κατράμι ενέργειες που απέβλεπαν στον αφανισμό της ανθρωπιάς του ανθρώπινου όντος
Ιδού, εγγραφή με νετρίνο και πένα φωτόνιο μόνο
Συναρπαστικοί Χρόνοι
Οσο αφορά τον Έλληνα Άνθρωπο αντιμετωπίζει τα ζητήματα από θέση πλεονεκτική
Καθ ότι δημιούργησε Αγαθό και Κάλλος στο μοναδικό ιερό Ρήγμα του Πλανήτη ΓΗ
Διονύσιος Σολωμός (από "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι")
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
Τ’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Εγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
μου ’πε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Κόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
Τ’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Εγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
μου ’πε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Κόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.
Πηγή: ΑΣτάικου Ανάρτηση: ΑΣτάικου







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου