"....γνώριζα κάποιο άλογο
που μιά μέρα, κάποτε, αποχαιρέτησε,αυτόν που εμπιστευόταν
πιό πολύ κι από τον ουρανό
στάθηκε παραδίπλα -στην μοιρολογίστρα-το χώμα σκέπαζε αργά και βασανιστικά το πρόσωπο αυτού που του μιλούσε
και του έλεγε , λέξεις ανθρώπινες, πότε για μάθημα, πότε για συμβουλή, πότε για φροντίδα, πότε για σβελτάδα
στεκόταν παραδίπλα το γενναίο ζωντανό,με την μούρη κατεβασμένη--κι αυτός ο χριστιανός άλλον στον κόσμο δεν είχε--
στεκόταν και θυμόταν τον καταρράκτη που φερε ο θεός πέρυσι , μήνα Φλεβάρη, και το κατώι έμπαζε και αυτός που ήταν τώρα νεκρός αλαφιάστηκε, ξύπνησε, με τις βράκες τις μακριές προσέτρεξε, άπλωσε μουσαμάδες, έτριψε την χαίτη και την πλάτη με τα χνώτα του,
το μπουρίνι αγρίεψε και τότε αυτός -ο ξαγρυπνισμένος--στάθηκε δίπλα στ άλογο, το κράτησε σφικτά να μη κρυώνει, άχνιζε με την ανάσα του την αλογίσια ράχη κι εριχνε ο Θεός μποτίνι κι έτρωγε ο ίδιος την βροχή........ μέχρι τα ξημερώματα....
είχε δουλειά--ο μπιστικός αναβάτης του-- να πάει τα φάρμακα και τα γιατρικά, στον Πέρα Μαχαλά στην βουνοκορφή στ΄αγνάντι
έτρεμε.....ζεματιζόταν από τον πυρετό
ανέβηκε στην σέλα και έγειρε το κεφάλι του στον λαιμό μου
τότε
βάδιζα -εγώ τ άλογο-απαλά
προσέχοντας μην τον ρίξω μια και ήταν βυθισμένος σε βαθύ ύπνο, λήθαργο μου θύμιζε
είχα ξαναπάει αγώι εκεί, την ήξερα τη διαδρομή
μου είχε πει που θα πηγαίναμε, μου χε μάθει γράμματα είχα αντιληφθεί
εκείνη τη μἐρα, μόλις φτάσαμε και χλιμίντρισα για να τονε ξυπνήσω
με φίλησε, όμοια η μάνα μου που την είχα χάσει από πουλάρι
και τώρα αυτός, ο πιό δικός μου άνθρωπος, σκεπάστηκε με χώμα, άνοιξαν τα σπλάχνα της Γης να εκεί το σώμα του για πάντα να κοιμηθεί
κι ένα μοιρολόι δεν πρόλαβε -ο χριστιανός--εμένα, να μου μάθει----να τονε χαιρετήσω να τον συνοδέψει η αλογίσια λαλιά μου μέχρι τα περάσματα --
πάει ο άγιος αυτός
ορφάνεψα κι εγώ...""
---------άκλιτον
φωτό Livaniana
Πηγή: ΑΣτάικου Ανάρτηση: ΑΣτάικου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου