~~~~12~~~~
Πρέβεζα, βάσις, φρουρά, εξηκονταρχια Πρεβέζης.
Η Ελένη κατεβαίνει από την καρότσα, περίπου θα περίμενε να υποδεχτεί τον Κ. Καρυωτάκη
Περιμέναμε την καταιγίδα
Μαβί -γκρι ο ουρανός, ούρλιαζε με βροντές
Η Ελένη δεν νοιαζόταν ουτε για το νερό που θα πεφτε πάνω της μήτε για το κρύο
που μας κύκλωνε
Τριγύρω ζάρωσαν οι κορφές για να αποφύγουν της ξυραφιές της μπόρας
Η Ελένη έγινε βροχή
Δεν φαινόταν
Μού κανε νόημα να κοιτώ μακριά μήπως φανεί ο Καρυωτάκης
............κι οταν σηκώθηκε η καταιγίδα
τότε είδαμε τι άχυρένια άτομα
ήταν αυτοί που μας είχαν δέσει πισθάγκωνα.....
και μας ανάγκασε ο πόθος της ελευθερίας να γίνουμε φυγάδες από την γλυκειά μας πατρίδα
Αλλωστε είχαμε επιλέξει να τριγυρνάμε πάντα εδώ
Και πάλι
Με επιμονή
Να αφἠνουμε τα ίχνη και να γίνονται μύθος
Αυτό το χαμε συμφωνήσει
Φάγαμε δύο αιώνες να περιγράψουμε την επέλαση της δυστοπίας
Κάθε μέρα ήταν άπιοτο κινίνο
κι οταν αυτή ήρθε
η σκέψη των περισσοτέρων.... αυτοκτόνησε
Η απώλεια της σκέψης επέφερε και την συρρίκνωση του γενναίου φρονήματος
κι η Ελένη πάντα επεσήμανε οτι //αυτό ήταν η συμφορά κι όχι ο θάνατος//
Ο θάνατος στην μάχη είναι έκφραση της ζωής
Ο θάνατος όμως τυφλωμένος να ψαχουλεύει λίγα ψίχουλα θάρρους και να αδρανεί τον άνθρωπο είναι ο πιό φρικτός θάνατος
και ξάφνου , από μια γραμμή βρόχινη ξεπρόβαλε ο Καρυωτάκης
....................το παράξενο ήταν που πετούμενα φλύαρα , βρέθηκαν να χνωτίζουν τον σβέρκο και την πλάτη του, τον στέγνωσαν για τα καλά
Τα ευχαρίστησε και πήδησε από τον αναβολέα στην καρότσα.......
Τον φιλέψαμε και στρώσαμε χαμαί να τον αφήσουμε να ξεκουραστεί...
...........................................
Ο Κ Καρυωτακης αρνήθηκε την υπαγόρευση από λόγιο εξώστη της δυστοπίας
Πιστός στην ανθρώπινη μοίρα και ρίζα κι αρνούμενος να υπαγορεύσει θούρια ήξερε παρα πολύ καλά πως η παρτίδα ήταν χαμένη
Τραυμάτισε το δικό του άυλο και αποχώρησε
Τούτο τον ποιηρή, δεν είναι να τον πιάνει ο κάθε καλοζυγισμένος διανοούμενος στο στόμα του και να σκυλεύει τα τυπικά για την αναχώρησή του ........
Αυτός που μιλά και λέει για τον Καρυωτάκη πρώτα περνά από μονολόγους στην άβυσσο στο σκότος και στο χάος ως μαχητής να συνθέσει αποκρούοντας τα αίσχη της απανθρωπιάς του
που φωλιάζει ασάλευτη εντός του...
Ο αείμνηστος κι Αθάνατος συγκρούστηκε με το τέρας ως Διγενής στ Αλώνια
Και να το βουλώσουν τα σαλόνια και να μην πιάνουν το όνομα του με βρώμικο στόμα............
...αυτά ήθελα να του τα πω
αλλά δε θα τα δεχόταν
τα μονολόγησα τότε στο άνεμο που έσκιζε η καρότσα στο περασμά της
Ο Βοριάς με σιωπή μας κοκάλωνε
Μπροστά μας θα συναντούσαμε τα χιόνια ....
(συν)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου