Κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για το σοκ που προκάλεσε το «Μπλε Βελούδο», όταν κυκλοφορούσε στις αίθουσες το 1986. Ελάχιστοι εξακολουθούσαν εκείνη την εποχή να θεωρούν τον Ντέιβιντ Λιντς ως υπολογίσιμη σκηνοθετική δύναμη, μετά τα εισπρακτικό φιάσκο που είχε γνωρίσει με το «Ντιούν», δυο χρόνια πριν. Προσπαθώντας να συνέλθει από μία χείριστη επαγγελματική εμπειρία, εκείνος κατόρθωσε να αναγεννηθεί καλλιτεχνικά και να κάνει μία νέα αρχή. Εκείνη που θα τον οδηγούσε να ονομαστεί ένας από τους κορυφαίους σκηνοθέτες στον κόσμο.
Ο Λιντς είχε ολοκληρώσει μία πρώτη εκδοχή του σεναρίου στα χρόνια του '70, κανένα στούντιο δεν τολμούσε, εντούτοις, να πλησιάσει την εξεζητημένη δουλειά του, γιατί έβρισκε κάτι αποτρεπτικό στο σεξουαλικά φορτισμένο και έντονα βίαιο περιεχόμενό της. Ο σκηνοθέτης οδηγήθηκε στη συγγραφή του σεναρίου θέλοντας να μεταφράσει κινηματογραφικά μια αλλόκοτη εικόνα που είχε καρφωθεί στο μυαλό του, όσο και το αίσθημα που του προκαλούσε ένα συγκεκριμένο τραγούδι.
Η εικόνα ήταν ένα κομμένο αυτί, μυστηριωδώς παρατημένο σε κάποιο χωράφι, και το κομμάτι ήταν το «BIue VeIvet» που τραγουδούσε ο Μπόμπι Βίντον το 1963. Ο Λιντς πάντρεψε τα δυο παντελώς ξένα μεταξύ τους στοιχεία σε μια ιστορία μυστηρίου με φόντο μια φαινομενικά ειδυλλιακή κωμόπολη της Αμερικής, κάτω από την καρτποσταλικής ομορφιάς επιφάνεια της οποίας κρύβεται η διαστροφή και το έγκλημα.
Ξεναγός στον ασταμάτητα απειλητικό υπόκοσμο του φιλμ γίνεται ένας καλοκάγαθος και γεμάτος περιέργεια νεαρός (Κάιλ Μακ Λάχλαν), ο οποίος ανακαλύπτει ένα κομμένο αυτί στο γρασίδι κάποιου χωραφιού και προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα που κρύβεται πίσω από αυτό. Οι ερασιτεχνικές ντετέκτιβ έρευνές του τον φέρνουν σε επαφή με τη γοητευτική τραγουδίστρια ενός νυχτερινού κέντρου (η Ιζαμπέλα Ροσελίνι στον πιο θαρραλέο ρόλο της), τον παρανοϊκό και δυναστικό κακοποιό που την εκβιάζει (ο Ντένις Χόπερ αξέχαστος σε μια παροξυσμική ερμηνεία που τον βοήθησε να αναστήσει την ξεφτισμένη καριέρα του) και με έναν ολόκληρο νυχτερινό κόσμο ανθρωπόμορφων τεράτων.
Όταν ο ψυχοσεξουαλικός εφιάλτης του φιλμ αγγίξει το αποκορύφωμά του, ο Λιντς αφήνει το έδαφος να υποχωρήσει κάτω από τα πόδια του κοινού του και επαναφέρει με ένα μαγικό κλείσιμο του ματιού, τους θεατές πίσω στην καθησυχαστική παστέλ αθωότητα των πρώτων πλάνων. Η αγάπη θριαμβεύει επάνω στο κακό, η τάξη εγκαθιδρύεται και πάλι πίσω από τους τους κατάλευκους φράκτες και τους ανθισμένους κήπους, ο ήλιος ανατέλλει εκτυφλωτικά στον γαλανό ουρανό. Η ρωγμή που οδηγεί πίσω στο σκοτάδι, όμως, θα βρίσκεται πάντα κρυμμένη κάπου εκεί γύρω και θα καιροφυλακτεί.
Προικισμένη με ένα αίσθημα κινδύνου που δεν έχασε μέχρι σήμερα τη δύναμη του, η ωραιότερη, ίσως, ταινία του Λιντς παραμένει το ίδιο αχρονική, όπως και η κωμόπολη στην οποία εκτυλίσσεται η δράση. Και το ίδιο ονειρική, όσο και η νυκτερινή διαδρομή του ήρωα μέσα από τις σκιές του δικού του υποσυνείδητου.
Η αγάπη θριαμβεύει επάνω στο κακό, η τάξη εγκαθιδρύεται, ο ήλιος ανατέλλει. Η ρωγμή που οδηγεί πίσω στο σκοτάδι, όμως, θα βρίσκεται πάντα κρυμμένη κάπου εκεί γύρω
https://youtu.be/Eo3HQU1ay5A?si=VrKuzdmI2q4LRM_n
cinemagazin
___________________________________________________________
Παράλληλα, ο Lynch απορρόφησε –έστω σε ποιητικό επίπεδο– ιδέες από τη σύγχρονη φυσική, όπως η έννοια της «σύμπλεξης» (entanglement) ή της «υπέρθεσης» (superposition). Στην κβαντομηχανική αυτές οι έννοιες περιγράφουν φαινόμενα που αντιβαίνουν στην κοινή λογική (π.χ. σωματίδια σε δύο σημεία ταυτόχρονα), όμως για τον Lynch λειτουργούν περισσότερο σαν μεταφορά: χαρακτήρες που είναι ταυτόχρονα δύο ή περισσότεροι, τόποι που βρίσκονται σε «παράλληλες διαστάσεις»· μια υπενθύμιση ότι η πραγματικότητα ίσως να μην είναι τόσο σταθερή όσο φανταζόμαστε. «Ο Lynch είναι ποιητής της κινηματογραφικής γλώσσας», λέει η Nochimson· δεν διεκδικεί επιστημονικά συμπεράσματα, μα αξιοποιεί τα «δώρα» της φυσικής για να εκφράσει την ιδέα πως «πολύ περισσότερα είναι δυνατά απ’ ό,τι νομίζαμε».
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης είχε δηλώσει ότι εκτιμά βαθιά όταν οι θεατές των ταινιών του προσπαθούν να βγάλουν το δικό τους νόημα, ακόμα κι αν αποκλίνει από το δικό του. «Μερικοί μπορεί να έρθουν πιο κοντά στη δική μου ερμηνεία, μερικοί όχι. Αλλά δεν έχει σημασία αυτό», είχε πει, καλώντας το κοινό να εμπιστευτεί την εσωτερική του διαίσθηση, αυτή την ενδόμυχη αίσθηση που δεν μπορείς να περιγράψεις με λόγια. Λέξεις όπως «ονειρικό», «σουρεαλιστικό», «παράλογο» συχνά αδυνατούν να μεταφέρουν το βάθος της ανθρώπινης εμπειρίας· ο Lynch αφήνει συνειδητά και μεθοδικά την οθόνη να λειτουργήσει ως μία επικράτεια άρρητου διαλόγου με το υποσυνείδητο του καθενός μας και ταυτόχρονα όλων μας.
Είτε θεωρήσουμε τις ταινίες του δοκίμια στην ανθρώπινη συνθήκη είτε υπόγειες διαδρομές ενός «κινηματογραφικού εργαστηρίου», ένα παραμένει σίγουρο: ο David Lynch μάς καλεί να αμφισβητήσουμε τα εξωτερικά και εσωτερικά όρια, υποδεικνύοντας ότι το περίεργο δεν είναι παρά μια άλλη εκδοχή του οικείου. Όπως το έθεσε και η Martha P. Nochimson, «είναι ποιητής που αξιοποιεί ιδέες της επιστήμης για να δραματοποιήσει τις αθέατες πλευρές της ζωής».
Και υπάρχουν κι εκείνοι που βλέπουν τον κόσμο μέσα από το πρίσμα του φόβου, διαμορφώνοντας μια ύπαρξη σκοτεινή και ζοφερή.
______________________________
Οδός Μαλχόλαντ 2001
Μια ταινία τρόμου με απειλή τη βιομηχανία του θεάματος, ένα δηλητηριώδες γράμμα με παραλήπτη τον κόσμο της ψευδαίσθησης και μια απελπισμένη, τραγική ερωτική ιστορία. Με βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες, ανάλογη υποψηφιότητα στα Όσκαρ και τον τίτλο ενός από τα αριστουργήματα του μοντέρνου σινεμά, η «Οδός Μαλχόλαντ» περιπλανιέται στη χολιγουντιανή σκιά παρέα με δυο γυναίκες που προσπαθούν να λύσουν ένα μυστήριο, έναν νεαρό σκηνοθέτη σε κίνδυνο, ένα αινιγματικό μπλε κουτί με το κλειδί του.
Ταυτότητες αλλάζουν, χαρακτήρες αποσυντίθενται, η ιστορία καταρρέει και αναδομείται για να αποκαλύψει την ίδια την κόλαση σε ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι υπάρχουν μοναχά ως μαριονέτες, η αλήθεια κατασκευάζεται και η αγάπη είναι ένα ακόμη ενορχηστρωμένο ψέμα. Το όνειρο μεταμορφώνεται ξαφνικά σε εφιάλτη. Και τα υπόλοιπα γίνονται σιωπή. Silencio!
David Lynch and Isabella Rossellini during the filming of ‘Blue Velvet’ (1986).
Η Ιζαμπέλα Ροσελίνι (Isabella Fiorella Elettra Giovanna Rossellini, γενν. 18 Ιουνίου 1952) είναι Ιταλίδα ηθοποιός και μοντέλο.
Γεννήθηκε το 1952 στη Ρώμη. Οι γονείς της ήταν ο σκηνοθέτης Ρομπέρτο Ροσελίνι και η ηθοποιός Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Το 1979 απέκτησε και την αμερικανική υπηκοότητα, εκτός της ιταλικής που ήδη κατείχε[8].
Υπήρξε παντρεμένη με τον Μάρτιν Σκορτσέζε, τον οποίο χώρισε για τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις. Γνώρισε τον Ντέιβιντ Λιντς το 1986 στα γυρίσματα της ταινίας Μπλε βελούδο και από εκείνο το έτος μέχρι το 1991 είχε σχέση μαζί του. Ο Λιντς της είπε ότι έμοιαζε πολύ με την Μπέργκμαν, χωρίς να γνωρίζει ότι είναι κόρη της
Πάμε λίγο στην Ροσελίνι
Προερχόμενη από πατέρα του ευρωπαϊκού σινεμά και με κουλτούρα κυρίως ευρωπαϊκή εμπνεόταν με ρομαντισμό και άντρες οραματιστές
Λογικό ήταν να ερωτευτεί τον Ντέιβιντ όπου αν και κάποια στιγμή χώρισαν εκράτησαν βαθιά φιλία
Είχε δηλώσει
Πάντα τον αγαπούσα, αλλά εκείνος πάντα αγαπούσε μια άλλη
Δήλωση με ευθύτητα δίχως διχόνοια και με πλήρη απουσία μικρότητας
Και η αγάπη παρέμεινε
Οταν ωρίμασε και έχασε την δουλειά της στο μοντελινγκ
η ίδια δήλωσε ότι αρνείται την πλαστοπροσωπία
και δεν κατέφυγε σε χειρουργικές πρακτικές
Μπράβο της
Μεγάλη διδαχή για τις γυναίκες που διακατέχονται από τρομώδη πανικό με αποτέλεσμα να πλήττουν την ψυχή τους
____________________________________











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου